Όλα τα κείμενα της κατηγορίας που επιλέξατε.
Showing posts with label ποιήματα. Show all posts

Σκοτεινα ποιηματα

Σκοτεινά ποιήματα

της Μαρίας Δανιήλ










Μαύρο Παραμύθι 
(μέρος πρώτο) 

Μια φορά κι έναν καιρό, 
τα δάκρυα και η φρίκη 
στήσανε χορό τη νύχτα που 
γεννήθηκε ένα καταραμένο μωρό. 

Η Μαύρη Βασίλισσα 
το παιδί της κοιτάει, 
τη θλίψη και την οδύνη 
σε λυγμούς ξεσπάει. 

Δεύτερο βλέμμα δεν του χαρίζει, 
σε μαύρα πέπλα, σκοτεινές κορδέλες 
την κατάρα του κρύβει, 
με νεκρώσιμες μελωδίες το σιγονανουρίζει. 

Κι όταν το μακάβριο στόλισμα τελειώσει, 
τη γλώσσα της θα ξεριζώσει 
σε κανέναν να μην μπορέσει να πει 
για το παιδί με την νεκρική μορφή. 

Με ματωμένα χέρια την κούνια του παίρνει 
και με δάκρυα καυτά την ραίνει. 
Μετά τα δάκρυα γίνονται καταρράκτες, 
ανάμεσα στην μητέρα και το παιδί πελώριοι φράχτες. 

Τα πέπλα και οι σκοτεινές κορδέλες 
γίναν βαρκούλες χαμένες στους αγέρες. 
Και του μικρού πρίγκιπα η σωτηρία 
εξαρτάται απ’ της μοίρας την επιθυμία. 

Εκείνη τους αγέρες σταματάει, 
πνοή ζωής μέσα του φυσάει. 
Κι έτσι ο πρίγκιπας πήρε το βάπτισμα του θανάτου 
στην όχθη ενός βρώμικου βάλτου. 

Η κούνια με μιας μεταμορφώθηκε 
σε μουσικό κουτί, 
μεγάλα μυστικά φορτώθηκε, 
μαγεία μπορεί κανείς μέσα του να βρει. 

Τα χρόνια περάσαν, 
τ’ αστέρια γεράσαν. 
Ο πρίγκιπας δεν γνώρισε άλλη ζωή 
εκτός από εκείνη στο μαγικό κουτί. 

Ώσπου μια νύχτα με φεγγάρι 
η όμορφη κόρη λάθος δρόμο θα πάρει. 
Μες στο δάσος θα χαθεί 
και τελικά μπρος στον στοιχειωμένο βάλτο θα βρεθεί. 

Παιδί του μυστικισμού, της φαντασίας 
αν και μικρής ηλικίας, 
απ’ την σκοτεινιά του βάλτου θα γοητευθεί 
κι εκεί θ’ αποκοιμηθεί. 

Τότε ο πρίγκιπας απ’ το κουτί του βγαίνει 
και κοντά στην κόρη πηγαίνει. 
Χαϊδεύει τα μαλλιά της –κόκκινα σαν το κρασί του θεού Διονύσου- 
και αποφασίζει να την πάρει μαζί του. 

Το αγνό πλάσμα στα χέρια του σηκώνει 
και απ’ το λευκό φως της βουρκώνει. 
Το κουτί ξανά ανοίγει 
και τους δυο στο σκοτάδι πνίγει. 

Η κόρη τα μάτια ανοίγει 
κι απ’ την αγκαλιά του πρίγκιπα 
με την νεκρική μορφή 
πασχίζει να φύγει. 

Γύρω της κοιτάζει 
και τον πρίγκιπα ξορκίζει, 
παρακαλάει όσο μπορεί 
πιο σφιχτά να την κρατάει. 

Εκείνος υπακούει σιωπηλά 
και σιγά- σιγά μαγνητίζοντας 
τη με μια ματιά 
της ανοίγει τη δική του τη καρδιά. 

Απ’ των πέπλων και των δακρύων 
την βραδιά φτάνει σε τούτη 
τη στιγμή τη ζωντανή που 
την σήκωσε στα χέρια του τρυφερά. 

Κι όταν η κατάβαση τελειώσει 
η κοπέλα το φουστάνι της θα ισιώσει, 
τα μάτια της στα δικά του θα καρφώσει 
και με θάρρος θα φωνάξει: 

«Μου ‘δειξες τη νύχτα, μ’ έφερες στη σκοτεινιά. 
Άσε με τώρα να σου δείξω που έχει η αγάπη φωλιά. 
Με φως και τραγούδια θα σε ταξιδέψω 
και τα φιλιά μου ευλογημένο ένδυμα θα σου φορέσω.» 

Ο πρίγκιπας το «ναι» φοβάται να το πει 
πριν το πρόσωπο του την αφήσει να δει. 
Αργά- αργά τη πλησιάζει, 
στο πέρασμα του τους καθρέφτες ξεσκεπάζει. 

Η κόρη περικυκλωμένη απ’ τη δική του μορφή 
πλέον φως δεν μπορεί να δει. 
Το μυαλό της αρνείται ν’ αφεθεί 
στα δικά του χέρια για όλη τη ζωή. 

Η ζωή της κρέμεται από μια κλωστή 
όταν το βασίλειο του πρίγκιπα έρχεται να δει 
αυτή τη καινούργια, άσπιλη, παρθενική μορφή 
που δεν ξέρει «αμαρτία» τι πάει να πει.

Η κρασομαλλούσα τρομοκρατημένη 
καταφύγιο προσπαθεί να βρει, 
στην αγκαλιά του πρίγκιπα 
θα κρυφτεί. 

«Όλοι τους είναι σαν εμένα. 
Τα όνειρα τους είναι ραντισμένα 
με στάχτη κι αίμα.» 
Θα της πει. 

Εκείνη μια τελευταία φορά θα τον δει 
και μετά για πάντα θα χαθεί. 
Το φως μες στο σκοτάδι να ζήσει δεν μπορεί. 
Το σκοτάδι μες στο φως πεθαίνει στη στιγμή. 

Ο πρίγκιπας γονατίζει, θρηνεί γοερά 
βλέποντας τα πάντα 
–νιάτα, αθωότητα, ομορφιά- 
νεκρά μέσα στη δική του αγκαλιά. 

Φυγή 

Άκου! 
Άκου τη βροχή πως πέφτει! 
Από εκεί ψηλά κάποιος κλαίει όταν μας βλέπει. 
Μοναξιά μου, είσαι εδώ ξανά... 
Μοναδική μου συντροφιά. 
Τα δάκρυα του παραδείσου παίζουν την μελωδία τους 
και κρατούν συντροφιά στο παιδί σου. 
Κόρη δική σου αυτοαποκαλούμαι, 
έτσι κι αλλιώς, από σκοτάδι και θλίψη αποτελούμαι. 
Κάθε κομμάτι μου είναι μια απόχρωση του γκρι. 
Άλλο χρώμα κανείς δεν μπορεί σ' εμένα να βρει. 
Κόρη του σκοταδιού και της μοναξιάς, 
αδελφή της θλίψης και της παγωνιάς, 
νύμφη του Μορφέα του αιώνιου, 
μάνα του ονείρου του στερνού 
 που εκπλήρωση δεν έχει. 
Η μοίρα μαυροντυμένη 
 μ' οδηγεί και με πηγαίνει. 
Παγωμένο νερό και σκοτεινό, 
εσύ γίνε το σπίτι μου το νυφικό, 
το σπίτι μου το πατρικό, 
το καταφύγιό μου το αιώνιο. 
Σ' εσένα θα κρυφτώ 
και το σκοτάδι πια δεν θα φοβηθώ. 
Ένα φωτεινό μέρος στην άλλη πλευρά θα βρω 
και θα γίνει το βασίλειο μου το παντοτινό... 

Τραγούδησέ μου… 

Τραγούδησέ μου να κοιμηθώ, 
μαύρα όνειρα να μην δω. 
Πριν την αυγή θα σ’ αφήσω 
και μακριά σου θα χαθώ. 
Όλα όσα μου έδωσες 
για τελευταία φορά θα θυμηθώ. 
Τα λόγια, τις λέξεις, τις στιγμές, 
τα χαμόγελα και τις ματιές. 

Τραγούδησέ μου να κοιμηθώ, 
τη φωνή σου θα κουβαλάω για φυλαχτό. 
Ο άνεμος θα στεγνώσει 
τα δάκρυα μου τα καυτά, 
μην τα δεις και πληγωθείς. 
Τόσο καιρό έμαθα, 
συνήθισα πια, 
να πληγώνομαι εγώ. 

 Τραγούδησέ μου να κοιμηθώ, 
 την τιμωρία μου δεν ξεχνώ. 
 Η καρδιά μου σαν άτακτο παιδί 
 στάθηκε στο ένα πόδι στον τοίχο 
 και οι σφαίρες του χιονιά 
 σταμάτησαν τον γνώριμο της ήχο. 

Τραγούδησέ μου να κοιμηθώ, 
το σκοτάδι που θα με τυλίξει να μην φοβηθώ. 
Στις σκιές του πλάσματα γνωστά θα βρω. 
Μάτια φωσφορούχα και φτερά απαλά 
θα έχω να με οδηγούν. 
Από ‘δω και πέρα οι Πριγκίπισσες της Αθανασίας, 
τον θρήνο μου θ’ ακούν. 

Τραγούδησέ μου να κοιμηθώ, 
τα δυο σου μάτια ας μην δω. 
Οι Πριγκίπισσες τις αναμνήσεις μου 
με ξόρκια θα δέσουν
και οι φωτιές του χρόνου 
να τις αγγίξουν πια δεν θα μπορέσουν… 

Καθρέφτης 

Κοιτάζω το είδωλό μου 
στον καθρέφτη 
και μια τούφα απ' τα 
μαλλιά μου πέφτει. 

Βλέπω τα μάτια μου 
ν' αλλάζουν χρώμα. 
Μαύρο, γκριζογάλανο 
και πράσινο ακόμα. 

Τα χείλη μου πρησμένα, 
χιλιοφιλημένα, 
φέρνουν στο μυαλό 
λόγια από καιρό ξεχασμένα. 

Από τότε που ήμουν 
πριγκίπισσα με κόκκινα 
μαλλιά πυρωμένα 
και μάτια πράσινα μαγεμένα. 

Από τότε που θυσίασα 
τα καστανά μου νιάτα,
τη χλωμή μου ομορφιά 
για μια θλιμμένη καρδιά. 

Από τότε που ζούσα σε 
πύργους καταραμένους 
με υπηρέτες από χρόνια 
πεθαμένους. 

Τα μάτια μου ανοιγοκλείνω 
και το όνειρο αυτό το 
θλιβερό το σβήνω. 

Κοιτάζω το είδωλό μου 
στον καθρέφτη 
και ένα δάκρυ 
στο μάγουλό μου πέφτει. 

Η μορφή μπροστά μου 
καταρρέει 
και μια φωνή ξένη 
στο μυαλό μου κλαίει. 

Τα μάτια ξανά και ξανά 
ανοιγοκλείνω. 
Προσπαθώ να δω, 
την αλήθεια να διακρίνω. 

Ώσπου καταλαβαίνω τελικά 
πως αυτό που κοιτούσα 
τόση ώρα, δεν ήμουν εγώ, 
αλλά ένα είδωλο νεκρό. 

Ξάφνου χίλιες φωνές 
στο κεφάλι μου ξυπνάνε 
και δικαίωση 
από μένα ζητάνε. 

Φωνάζουν, χτυπάνε, τσιρίζουν. 
Τα δικά μου παιδιά,
αγνώριστα πια, 
τη ζωή από μέσα μου ξεζουμίζουν. 

Το σώμα μου πέφτει κάτω νεκρό, 
ενώ το είδωλο στον καθρέφτη 
μένει ζωντανό, δεμένο 
με μαγεία και σκοτάδι 
από ένα ξεχασμένο καιρό. 

WHO IS WHO
Η Μαρία Δανιήλ γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου του 1996 στην Αλεξανδρούπολη. Αφού, γύρισε σχεδόν όλη τη χώρα τελικά, μετακόμισε στη Καστοριά όπου και ζει ακόμα. Η μουσική και ο βροχερός καιρός αποτελούν κύρια πηγή έμπνευσής της, ενώ λατρεύει τα βιβλία φαντασίας.Τον Μάιο του 2012 βραβεύτηκε με τον 3ο έπαινο στον Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό ποίησης που διοργάνωσε ο Σύλλογος Εκδοτών Β. Ελλάδος.Τον Οκτώβριο του 2013 βραβεύτηκε από τον Ελληνο-Αυστραλιανό Πολιτιστικό Σύνδεσμο Μελβούρνης για το ποιήμα της "Paradise's Tears". Ξεκίνησε να γράφει ένα βράδυ του Ιουλίου το πρώτο της βιβλίο,"Υπό το φως της πανσελήνου". Κυκλοφορεί επίσης το δεύτερο βιβλίο της σειράς με τίτλο "Πριν την πανσέληνο", ενώ το τρίτο και τελευταίο βιβλίο με τίτλο "Ξαστεριά" βρίσκεται υπό έκδοση από την Οσελότος Εκδοτική. 

* σημείωση: η εικόνα ανοίγματος του παρόντος άρθρου είναι δημιουργία του MOTHart. ________________________________

The Golden Journey (Video-Ποιημα)

πρόταση από Θοδωρή Κεφαλόπουλο (Trithemius)

The Fading Man

από Θοδωρή Κεφαλόπουλο (Trithemius)






The Fading Man (memento mori)











A warm sunset was what I sought,
So, I rested my eyes over a distant, purple vault.
I see enameled dreams pass me by,
Seeking for shelter and a horizon to fly.

Oh, this truly is a vision for the Gods,
Who know for certain the enchantments of the flowered lands.
Driven to a place where daffodils live and lilies die,
I talked to a dream and learned to fly;
Ethereal matter now becomes my realm,
A place to sleep, a place to lean.

Over the thoughts that sought the wish well,
I seized my spirit and made it dwell.
And now lost in that mauve noon,
I talk of dreams to the crescent moon.

In the end, my prison of flesh is left behind,
And I fly to dreams that caress my mind.
Evening comes now and I must fade and go,
There where the tides ebb and flow…


* σημείωση: η εικόνα ανοίγματος του παρόντος άρθρου είναι δημιουργία του hitartizte.

________________________________


La Mort en Rose

από Ιωάννα Κουτηρή (jovitaki)





Ποιητική συλλογή

La Mort en Rose











Ομερτά


Νοητή ευθεία το πέπλο μου…
σε χρώμα που θυμίζει κάτι από λείψανο αγίου.
Σε Θεό με έταξες σαν άσπιλη μούσα πάντα αθώα να διαβαίνω.
Σε κατώφλια που ξύλινα παιχνίδια γεύτηκα ,
τις κούκλες μου θα σου χαρίσω…
κι όλες θα μου μοιάζουν…
θλίψη και ζαχαρωτό η γεύση μου,
κι εσύ που μια στιγμή την έζησες , ψέμα την ονόμασες.
Κι όταν έσκαψα να φτάσω πιο κάτω ,
απύθμενα μυστικά η σκέψη σου…
βάσανο και ορκωμοσία.
Κι ο,τι σε χήρας δαντέλα σε δρασκέλισε ,
στον τάφο του νεκρού θα παραμείνει…
Σε γλώσσα κατακτητή με αγάπησες
γι αυτό και με μαντική τέχνη ορίζω τους καημούς σου.
Κι όλα σε θέση μάχης τα ταξινόμησα μα παίζαμε απλά σκάκι…
Εγώ η βασίλισσα. Εγώ το άλογο. Εγώ το μαύρο.
Ζήτησα συγνώμη που πρώτη γραμμή τα έβαλα…
Δεν ήξερα πως είσαι ο τρελός
που με το γέλιο του φως στο μαύρο βρίσκει…
Θα ορκιστώ άλλη μια φορά.
Με σπαθί να μου αγγίζει τα πνευμόνια.
Κι ερωτάς είναι η μύηση , συνομωσία του νου μου…
Τι κι αν μεθυσμένοι είναι οι μύστες μου…
σε γλώσσα κατακτητή , το πένθος μου με βία ξεπερνάω…
και την βία τώρα του κατακτητή αγαπάω…


Βήματα

Και είμαι εγώ ο έρωτας.
Το μοναδικό κορίτσι της ζωής μου.
Η τιμωρός και η ανάπλαση μου.
Το πλήθος στις σιωπές μου.
Οι βουές του αραχνιασμένου κόσμου μου.
Η άχνη στα όνειρα μου.
Δεν είναι άλλος κανείς. Άνιση η μάχη.
Το κορίτσι μόνο κλαίει και κρυώνει. Δεν αμύνεται.
Μα είμαι εγώ και ξέχασα να με πάρω αγκαλιά.
Σε ψυχοχειρουργείο να με ναρκώσω. Με νανούρισμα.
Κι όλες τις σφαίρες να αφαιρέσω. Και βιοψία να μη κάνω.
Να γυρίσουν όλες εκεί που ανήκουν.
Είμαι εγώ. Σε ηλεκτροφόρα ανάνηψη.
Μετράω αντίστροφα και παίζω κρυφτό.
Φτου ξελευθερία και ο κόσμος των τρελών ζει μέσα από φωτοσύνθεση.
Και είναι αθώος. Πράσινος με καθάρια νερά κι ανάσες.
Μου αγγίζει το χέρι το κορίτσι μου.
Είναι μικρό και μου δείχνει τα καινούρια του παπούτσια.
Τρυπημένα από τις σφαίρες.
Λάθος αποστολέα διάλεξε ο άρχων πόλεμος.
Καλύτερα ξυπόλητο.
Να μάθει να περπατάει…


Γάλα νυχτερίδας


Δορυφόροι του νου κάθε βλέμμα. Κάθε σιωπή...
Κλωθώ αποκάλεσα του φευγιού τη Μοίρα.
Με φαντάσματα με τρέφει κάθε που μόνη αλλάζω πλευρό στο πηγάδι μου.
Και αντέχω να πάω και πιο κάτω.
Εκεί που οι απορίες πετούν σαν ερωτευμένες νυχτερίδες.
Και σταγόνες νερού μετρούν τα παραμύθια μου.
Αυτά που δοκίμασα να νανουρίσω τα αμέτρητα μωρά μέσα μου.
Και κάθε που φιλιά μου στέλνει η άνοιξη ,
με χάδια δέλεαρ με αγγίζει ο πόνος.
Μάταιο να κάνω επιλογή.
Επιστρέφω στης μνήμης μου τον μύρτιλο.
Σκόνη μου καίει τα μάτια.
Αναμονή η μόνη εγρήγορση.
Λατρείας βωμό έστησα σε καθετί που ροή δεν έχει.
Την ιδιωτική μου βροχή αναζήτησα.
Και μια γουλιά από γάλα.
Κάτι αμόλυντα λευκό να ποτίσει τα όνειρα μου.
Και μια και το πιο όμορφο γαλάζιο μου έχασα,
στης αθωότητας τον βωμό παρηγοριά ας ζήσω.
Και ήρθε η Κλωθώ. Έπινε γάλα.
Μου άρπαξε το γάλα. Το δικό μου γάλα.
Φιλιά πόνου ανταλλάσσουν οι νυχτερίδες.
Πώς να καταλάβω πως πάντα αυτό αναζητούσαν?
Κι αναμένω το φιλί της νυχτερίδας. Κι εγώ…
Και μια νύχτα βροχής. Και βρέχει γάλα.
Και είμαι ξανά έμβρυο.
Και αρνούμαι να σκέφτομαι…


Εκεί κάτω

…δεν γράφω γράμματα , δεν γλείφω στωικά επιστολές ούτε πληγές ...
στο παράφορο ξημέρωμα της υπομονής την σκιά σου προσμένω..
σε νεκρούς μιλάω , σε αυτόχειρες ...
σε όλα τα συνδεδεμένα καλώδια της ζωής που παίζουν με τα πνεύματα , που τους χαρίζουν τρενάκια και κούκλες μπας και τους ψιθυρίσουνε τα μυστικά τους ...
δεν θα χτυπήσουν χαρμόσυνα οι καμπάνες ...
και όλοι οι συνοδοί της άρνησης πέφτουν με φόρα στο κενό μόνο περιστέρια χωρίς φτερά χαϊδεύουν...
χωρίς καν ράμφος , ξέρεις , αυτά που στέλνουν μηνύματα με παραλήπτες φαντάσματα...
μηνύματα και μνήματα στην Περσεφόνη , στην Ευρυδίκη , σε όλα τα χλωμά κορίτσια του Κάτω Κόσμου...
τσαλαβουτάμε όλες όμως στα νερά του Αχέροντα...
άλλες από θάνατο και άλλες από αγάπη...
όχι κρασί για απόψε…μόνο νερό της λησμονιάς για να έχει αξία η μνημοσύνη...


Λύκε είσαι εδώ;

Εκεί που στην πατρίδα μου έβαλα σύνορα,
εκεί περίμενα τον ίκτερο. Μα ήταν το φιλί σου.
Με χώμα βροχής ξεγέλασα τις Ερινύες μου. Τελικά το πήρα.
Τουφέκισα τον ερμαφρόδιτο χρόνο μου. Στα τρία μέτρα.
Τον έθαψα. Στα τρία μέτρα.
Λιγότερο ήταν. Τον είχε ανάγκη η βροχή.
Αυτή η μόνη αντίζηλος μου.
Γύρναγα γύρω από μένα.
Με τραγούδια, τύψεις και φωτιές.
Στα όρια μου. Τα όρια σου.
Λίγο πιο κάτω απ’ τον λαιμό σου.
Εκεί τόλμησα να βάλω τα χέρια μου.
Οι Ερινύες σ’ έπνιξαν . Όχι εγώ.
Κι απ’ όλους τους λύκους του παραμυθιού ,
ο πιο μόνος με αποπλάνησε.
Εκείνος που αυτοκτονεί σ’ ονείρου βράχια.
Κι ανασταίνεται.
Κάθε που η βροχή συλλαβίζει με λύσσα το όνομα του.
Και ξεπλένει το αίμα απ’ τον λαιμό του.
Τον λαιμό μου.
Φεύγει. Ο πιο μόνος απ όλους τους λύκους της γης.
Μέσα στη γη. Με χώμα και αίμα γητεύει.
Απέναντι του, εγώ.
Γύρναγα γύρω από μένα.
Γύρω απ’ όλους τους λύκους.
Φασματική σαγήνη τούτη η κίτρινη ίριδα.
Μα δεν ήμουν και τόσο μόνη.
«Λύκε…» με φώναξε η βροχή…
«είμαι ακόμα εδώ…» απαντάω…


Μνήμες

Με κεραυνό με δέσανε εννέα μήνες τώρα…
και από αίμα αγάπης , μωρά με γλώσσα φιδιού ξεπρόβαλλαν…
κεραυνός κάτω από τα μαύρα ράσα μου…εκεί που πάντα κρύβω το στιλέτο.
Βράζει του αγιασμού νερό και κλάμα βουβό μαρτυρούν οι άγιες εικόνες…
Ο,τι από Θεό βρήκε θάνατο μωρά από φωτιά γεννά και εκδίκηση ζητά…
και η τιμωρία μου να ξύνω με νύχια σταυρούς…
τιμωρία μου να ψέλνω για ελεημοσύνη σε αυτούς που τους είπαν εκλεκτούς.
Από έρωτα θα βρω πυρά ποινής , ζητώντας μια νύχτα στη σιωπή του.
Κρασί εις το όνομα σου θέλω να φτύσω και από τα αγκάθια μου ξανά να γεννηθώ.
Ξανά να γεννηθώ και μόνη να πορευτώ σε μια επόμενη ζωή .Εκεί και πάλι φωτιά θα φοβηθώ.
Εκεί και πάλι πίστη θα ζητάω.
Εκεί λάδι από σβηστά καντήλια θα μου καίνε τον λαιμό…
και πάλι ερωτευμένη θα ορκίζομαι πως είμαι…
μορφές με θεϊκή κατάρα θα γιατρεύω…
αστέρια ντροπής θα φορώ στα μαλλιά…
αμαρτίας χυμός θα ρέει από τα σφραγισμένο μου χείλη…
και πάλι ερωτευμένη θα ορκίζομαι πως είμαι…


Παραλήρημα

Της κάθε μικρής φυγής η ασημένια ανάσα…
στρίβει καπνό. Ευωδιάζει οινόπνευμα.
Ματώνει ο ήλιος μου σαν λείπεις.
Σύννεφα τυλίγουν τον μαγικό μου μικρόκοσμο.
Μελιά ματιά σου στέλνω. Σου πετώ το τόπι μου.
Δανείζω τα φτερά μου στον βορρά.
Αφορμή να χω να σου αγγίζω που και που το χέρι.
Στον βορρά. Στην μωρουδίσια λύπη. Αυτή που αλλάζει δοντάκια.
Σαν παιδί κοροϊδεύεις τον θάνατο.
Ματώνεις τον ήλιο μου. Αναστηλώνεις τα καταφύγια της ερημιάς μου.
Και ήχοι γέλιου τάραξαν το νεραϊδίσιο κάστρο μου.
Αφορμή να βρω να σε μεθύσω πάλι πίσω στην αρχαία αγορά.
Την αγορά του θανατηφόρου οίστρου μου.
Με ξόρκια από τις φυγές να τον γιατρέψω.
Και τα φτερά μου αφορμή θα βρουν να ανήκουν μόνο στον βορρά.
Βρεγμένα και μαύρα.
Με την μοίρα του έρωτα να στάζουν.
Από τη λύπη τα θεμέλια να αντέξουν.
Και η κάθε φυγή ασημένια να μένει.
Να λάμπει. Να ματώνεις τον ήλιο μου.
Κι ας μη ξέρω τάχα τι γυάλινο φρούριο αγκάλιασε τον νεραϊδίσιο κόσμο μου.
Του βορρά κι αυτός γέννημα. Του βορρά όραμα.
Της ασημένιας σου φυγής το μωρουδίσιο βλέμμα είθε να ανέβει σε αξία.
Κι εκεί ες αεί ας ανήκει το σύμπαν…

________________________________


Inverloch: Graphic Novel

«Η ιστορία του Inverloch έχει να κάνει με το νεαρό Αχέρων, από τη φυλή των Ντα'Κορ. Μετά τη συνάντηση με ένα ξωτικό αναλαμβάνει μια, φαινομενικά, εύκολη αποστολή. Συναντώντας φίλους και εχθρούς, συνειδητοποιεί ότι ο κόσμος δεν είναι τόσο ήσυχος όπως νόμιζε. Κάθε άλλο, είναι γεμάτος προκαταλήψεις και κρυφούς κινδύνους.»
Hitman

Ιερώνυμος Μπος: Ένα Ανήσυχο Πνεύμα!

«Ξέρουμε πως ο Ιερώνυμος Μπος ήταν μέλος της Αδελφότητας της Παναγίας, που στα αρχεία της έχουν βρεθεί αρκετές σίγουρες πληροφορίες. Στα 1486 ο Ιερώνυμος, γιός του Αντωνίου Βαν Άκεν έγινε δεκτός σ’ αυτή την ένωση, που τα μέλη της ήταν κουρεμένα και φορούσαν στολή από ειδικό χοντρό μάλλινο ύφασμα.»
Hitman

Graham Masterton

«Ο φόβος βρίσκεται πάντα μαζί μας, και οι άντρες και οι γυναίκες πάντα θα σκέφτονται νέους τρόπους να τρομάζουν και να καταπιέζονται μεταξύ τους, γι αυτό πιστεύω ότι δεν πρόκειται ποτέ να στερέψω από ιδέες. Μερικές φορές δεν γράφω για υπερφυσικά όντα, όπως για παράδειγμα στα βιβλία μου Unspeakable και Trauma.»
Graham Masterton

Carl Warner

«Συνηθίζω να ζωγραφίζω πολύ συμβατικά τοπία χρησιμοποιώντας τυπικές τεχνικές σύνθεσης, μιας και πρέπει να ξεγελάσω τον θεατή ώστε, αρχικά, να νομίζει ότι πρόκειται για μια πραγματική σκηνή. Η συνειδητοποίηση των πραγματικών υλικών της σκηνής είναι αυτό που θα του φέρει ένα χαμόγελο… η καλύτερη στιγμή για μένα!»
Carl Warner

El Greco

«Εδώ βρίσκεται ο Γκρέκο. Η μελέτη του έδωσε τα μυστικά της Τέχνης, η Τέχνη του αποκάλυψε τα μυστικά της φύσεως, η Ίρις του έδωσε το χάρισμα των χρωμάτων, ο Φοίβος το δώρο του φωτός και ο Μορφέας του χάρισε τις σκιές του.»
El Greco

Joseph Vargo

«Χαίρομαι να βλέπω ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι αγκαλιάζουν τη σκοτεινή ομορφιά της gothic κουλτούρας. Καθώς αντιτίθεται σε πολλές από τις επικρατούσες ιδέες είναι ένα είδος έκφρασης που επιτρέπει στους ανθρώπους να εκφράζονται σαν μονάδες. Εγώ έκανα πάντα αυτό που ήθελα να κάνω και θα συνεχίσω να κάνω το ίδιο.»
Joseph Vargo

Όσα Κρύβει το Χιόνι

«Κατευθύνθηκε, τρομαγμένος, σιγά σιγά προς την κάμαρα της κόρης του. Άδεια και παγωμένη. Το κρεβάτι ήταν σκεπασμένο με ένα βαρύ στρώμα από χιόνι. Το ίδιο θέαμα αντίκρισε και στην κάμαρα της γυναίκας του.[...] Τα πάντα είχαν καλυφθεί από πάγο. Έναν πάγο αλλιώτικο από αυτό που έβλεπε στη φύση.»
Όσα Κρύβει το Χιόνι

Ασυνέχεια

«[...] υποθέτω πως λίγο-πολύ θ’ αντιμετωπίσεις κάτι ανάλογο μ’ αυτά που μόλις σου διηγήθηκα. Όπως καταλαβαίνεις, δεν πρέπει να φοβάσαι για το παραμικρό. Χρειάζεται απλώς να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στους εκπαιδευτές σου. Όλα είναι κανονισμένα.»
Ασυνέχεια
Σύντομα κοντά σας...
Σύντομα κοντά σας...

    τα έχεις διαβάσει;

Βιβλία Fantasy

Διαβάσαμε & Κρίνουμε
Fantasy Archive

Μουσική Φαντασίας

Ακούσαμε & Προτείνουμε
Fantasy Archive

Visual Art - Ζωγραφική

Είδαμε & Παρουσιάζουμε
Fantasy Archive

Comics - Graphic Novels

Εικόνες & Κείμενα Φαντασίας
Fantasy Archive

Ταινίες & Σειρές Φαντασίας

Εντυπώσεις και Συναισθήματα
Fantasy Archive

Video Games

Η F Γωνιά των Gamers
Fantasy Archive