Διαβάζω The Summer of My Smiles από τα Fantasy Archives της Fantasy Gate! Bookmark and Share


από Αμαλία Κουλακιώτη

The Summer of My Smiles


Ήταν το καλοκαίρι των Χαμόγελων μου. Και όλες οι Εποχές μου ήταν για εσένα.

Ζούσα ήδη τρία χρόνια στη μετα-εισβολική Αθήνα.

Όχι ότι μου άρεσε ιδιαίτερα εδώ, αλλά μερικά βράδια ο αέρας είχε μια απροσδιόριστη γλύκα και οι νυχτερινές σκιές στις αντικριστές συνθετοκατοικίες μου θύμιζαν τι φωτιές που ανάβαμε στο Άδυτο, σε μια προσπάθεια να απαλύνουμε το ψύχος του Βορρά.

Όλα αυτά προτού αναγκαστούμε να εξαφανιστούμε φυσικά, παρασυρμένοι από αρχέγονα ένστικτα επιβίωσης.

Για να μην καταλήξουμε στις ανακυκλώσιμες οργανικές ύλες κομμάτι κομμάτι δηλαδή...

Βλέπετε, μετά την Εισβολή, το σύνολο των Εξωαίματων καταδικάστηκε ομόφωνα από την Αρχή, από τους Καθαρούς και από το Σύμπαν το ίδιο.

Αύτο σήμαινε ότι την κάτσαμε...

Ήξερα ότι έχω εξωγαλαξιακό αίμα.
Το είχα μάθει από πολύ νωρίς, όταν η μάνα μου, γύρω στα πεντέμισή μου χρόνια, τύλιγε ένα αγκαθωτό σύρμα γύρω από τον λαιμό της και με την τελευταία πνοή που της απέμεινε μου εξηγούσε πως εγώ φταίω για όλα.
Εγώ και το “μολυσμένο” σώμα μου.
Φυσικά δεν γνώρισα ποτέ τον πατέρα μου. Μετά την Εισβολή και στο χάος που επικράτησε, ένας Εξωγαλαξιακός βίασε μια κοπελίτσα του Βορρά, προτού να μετατραπεί η πόλη σε προπύργιό τους.
Ή μπορεί να του κάτσε και με τη θέλησή της η σκρόφα.
Όπως και να χει, το αποτέλεσμα ήμουν εγώ.
Για τέσσερα χρόνια, τα πρώτα τέσσερα της ζωής μου, ζούσαμε στην Κατοχή.
Ολόκληρη η Βόρεια Μετα-Ελλάδα, ήταν υπό την κατάληψη των Εξωγαλαξιακών με βασικό οχύρωμά τους, όπως είπα, την πόλη μου.
Τη Θεσσαλονίκη.
Δεν θυμάμαι και πολλά από τα χρόνια αυτά.
Ίσως και να μη θέλω να θυμάμαι, γιατί κάθε φορά που προσπαθώ να ξεσκεπάσω τα κιβώτια της μνήμης μου, μόνο κραυγές μου ρχονται στο μυαλό.
Των συμπολιτών μου όταν εισέβαλαν βίαια Αυτοί στα σπίτια τους.
Των εκτελεσθέντων σε κάθε γωνιά και κάθε πλατεία, επειδή οργάνωναν υποτυπώδεις μορφές αντίστασης.
Της μάνας μου, κάθε φορά που την έσπαγε στο ξύλο ο παππούς μου και πατέρας της, για τα κρίματα της.
Για μένα δηλαδή...
Στα τέσσερα χρόνια Κατοχής η υπόλοιπη Μετα-Ελλάδα είχε καιρό να προετοιμαστεί για την αντεπίθεση.
Οι Εξωγαλαξιακοί είχαν κάνει το λάθος να αφήσουν αρκετές εστίες της Μετα-Ευρώπης ελεύθερες, και να πιστέψουν ότι αν κατακτούσαν μία ήπειρο, οι υπόλοιπες θα ακολουθούσαν.
Έτσι η αντίσταση ήταν απλά θέμα χρόνου.
Οι Μετα-Πολιτείες και η Μετα-Ευρασία οργάνωσαν την εκστρατεία απελευθέρωσης.
Μπορεί τεχνολογικά να ήμασταν αιώνες φωτός πίσω, αλλά τουλάχιστον παίζαμε στην έδρα μας.
Ποτέ δεν θα σταματήσει να με εκπλήσσει βέβαια, το πως καταφέραμε να εκδιώξουμε τους σωσίες μας από τον διπλανό γαλαξία και να βγάλουμε από το μυαλό τους, κάθε επεκτατικό σχέδιο.
Όπως επίσης δεν θα μπορέσω ποτέ να εξηγήσω γιατί, αφού έχω το αίμα τους και το πλήρωσα με το παρελθόν μου αυτό, εξακολουθώ να θεωρώ ότι είμαι ολοκληρωτικά “Καθαρή”.
Ένας ακόμα όρος που επικράτησε μετά την Εισβολή.
Οι Εξωγαλαξιακοί δεν άφησαν πίσω τους μόνο τερατόμορφα κτίσματα και λιγοστές καλλιέργειες εξαιρετικά  ανθεκτικών φυτών.
Άφησαν και το υλικό τους.
Το οποίο αρχικά, απλά ήταν κατάπτυστο και περιθωριοποιημένο.
Μετά έγινε και επικίνδυνο...
Ή τουλάχιστον έτσι ισχυρίστηκαν αυτοί που μας καταδίωξαν, που μας ανάγκασαν να κρυβόμαστε και να αναπνέουμε χαμηλόφωνα.
Εφόσον δεν υπάρχει κάτι που να προδίδει το υλικό μας στην εμφάνισή μας, τα γενετικά τεστ έγιναν διαδικασία ρουτίνας.
Σε μένα θα ερχόντουσαν τρεις μέρες πριν από τα δέκατα πέμπτα μου γενέθλια.
Μετά την αυτοκτονία της μάνας μου, ζούσα με τους γονείς της στο ασφυκτικό διαμέρισμα μιας πανάρχαιας συνθετοκατοικίας, το οποίο εξακολουθούσε να βρωμάει αίμα και ενοχές.
Ο παππούς μου είχε μια διαστρεβλωμένη αίσθηση του δικαίου.
Είχε καταδικάσει προ πολλού την κόρη του αλλά με μένα έδειχνε κάποια ανοχή.
Μάλλον θα θεωρούσε ότι εγώ ήμουν το θύμα του “εγκλήματος.”
Δεν μου είπε ποτέ του μια καλή κουβέντα φυσικά και με ανάγκαζε να κλείνομαι στο δωμάτιο μου, όταν ερχόταν κάποιος επισκέπτης, αλλά τουλάχιστον δεν με χτυπούσε.
Η γιαγιά μου από την άλλη, μου δείξε και κάποια τρυφερότητα, ίσως και να με αγάπησε σε κάποια φάση της ζωής της, δεν ξέρω...
Όπως και να χει, και μόνο το γεγονός πως δεν με έκλεισαν σε κανένα ίδρυμα την επομένη της νεκροκαύσης, αλλά και το ότι με φυγάδευσαν προτού να επέλθει το καταδικαστέο τεστ, είναι αρκετά για να είναι συνυφασμένοι και οι δυο τους στις αναμνήσεις μου με ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης.
Ένας παλιός φίλος του παππού μου, από τον καιρό που υπηρετούσαν μαζί στο Σώμα, είχε πρόσβαση στους ελεγκτικούς καταλόγους.
Φυσικά το όνομά μου, φιγουράριζε αναμέσα σε χιλιάδες αλλά ονόματα παιδιών, αγνώστου πατρός.
Έτσι, ήταν εύκολο να μας προειδοποιήσει. Το δύσκολο ήταν να οργανωθεί η φυγή μου.
Όπως είναι λογικό, μέχρι τότε δε γνωρίζαμε τίποτα για την Υπόγεια Αδελφότητα, για τα παιδιά με εξωγαλαξιακό αίμα, που τα παράτησαν οι μανάδες τους, καθώς δεν μπόρεσαν να τις εμφυσήσουν αισθήματα αγάπης και στοργής, και ίδρυσαν μια θαμμένη πολιτεία για να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση πως ανήκουν και αυτά κάπου.
Ο φίλος του παππού μου μας ενημέρωσε και για αυτήν.
Οι πληροφορίες που είχε από το Σώμα ήταν συγκεγχυμένες, με ένα γενναίο ποσό όμως μπορούσε κάποιος να με οδηγήσει εκεί.
Με άκρα μυστικότητα λοιπόν, μια κατασκότεινη νύχτα, αποχαιρέτησα τους παππούδες μου και το παρελθόν μου και βρέθηκα στο Άδυτο.
Μπορεί το όνομα να σου προκαλεί μια μικρή ανατριχίλα, η αλήθεια είναι όμως πως το μέρος δεν ήταν τόσο άσχημο όσο το φανταζόμουν.
Πρώτα από όλα, εκεί ήταν μαζεμένα χιλιάδες παιδιά σαν και μένα.
Η αίσθηση της ομοιομορφίας είναι πάντα παρηγορητική.
Επιπλέον, ήταν αρκετά ευρύχωρο, ώστε να έχει ο καθένας μας τον προσωπικό του χώρο.
Έτσι μπορώ να πω πως ήταν αρκετά ανεκτά.
Αν εξαιρέσεις φυσικά το γεγονός πως ήμασταν θαμμένοι κάτω από τη γη σαν νεκροί, χωρίς να δικαιούμαστε ούτε μια ηλιαχτίδα, και πως οι χειμώνες που πέρασα εκεί είχαν μια μικρή γεύση θανάτου λόγω του φρικιαστικού κρύου...
Εκτός από τους εξωαίματους, στο Άδυτο υπήρχε και μια μικρή ομάδα ακτιβιστών, που ουσιαστικά ζούσαν διπλή ζωή.
Την ημέρα οι περισσότεροι ήταν ευυπόληπτοι “Καθαροί” σε διάφορες στρατηγικές θέσεις του Συστήματος. Τη νύχτα όμως...ήταν οι προστάτες μας, οι σωτήρες μας και οι ευεργέτες μας.
Επίσης, ήταν αυτοί που κανόνιζαν ποιος θα φύγει και πως.
Γιατί φυσικά κανείς δεν προσδοκούσε να ζήσει όλη τη ζωή του σε ένα υπόγειο κλουβί.
Η προμήθευση ωστόσο των απαραίτητων δικαιολογητικών και η φυγάδευση στο Νότο (όπου τα γενετικά τεστ δεν είχαν γίνει τότε ακόμα τόσο συνηθισμένη πρακτική) ήταν όχι μόνο χρονοβόρες διαδικασίες αλλά και πολυέξοδες.
Έτσι συνήθως έφευγαν 5-6 άτομα στα 3-4 χρόνια!
Δεδομένου του αστείρευτου αριθμού μας, το ποσοστό αυτό ήταν απειροελάχιστο.
Εγώ ήμουν τυχερή όμως.
Μια κοπέλα, περίπου στην ηλικία μου, πέθανε την ημέρα πριν της αναχώρησής της από το Άδυτο.
Δεν θυμάμαι ακριβώς πως βόλεψε και μου έδωσαν τη θέση της, δεν θυμάμαι καλά καλά πως μου το ανακοίνωσαν.
Θυμάμαι όμως ότι ένιωσα ανακούφιση για πρώτη φορά ύστερα από πάρα πολλά χρόνια.
Οι ακτιβιστές αντικατέστησαν μερικές βασικές λεπτομέρειες στα απαραίτητα έγγραφα, ώστε να μην παραπέμπουν πλέον στην πεθαμένη, αλλά σε μένα.
Υπήρχε πάντα ο φόβος να κινήσουμε υποψίες, αλλά από τη στιγμή που εμφανίστηκε έστω και η παραμικρή δυνατότητα να εγκαταλείψω το άγονο εκείνο μέρος, δεν άντεχα να μείνω ούτε λεπτό παραπάνω.
Αναγκαστικά θα το διακινδύνευα.
Εκτός από τα ταυτοποιητικούς κώδικες και τα αναγνωριστικά δικαιολογητικά, μου προμήθευσαν και μια ιατρική βεβαίωση πως είχα κάνει τη διορθωτική εγχείρηση οπτικών ινών.
Την επέμβαση δηλαδή, στην οποία υποβάλλονταν οι πλούσιες ή ανερχόμενες ματαιότητες για να αλλάξουν το χρώμα των ματιών τους.
Μόνο έτσι θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η εκ γενετής σχετικά απόκοσμη απόχρωση που είχαμε όλοι οι Εξωαίματοι.
Είναι ένα μίγμα τιρκουάζ με χρυσό, το παράξενο δε, είναι ότι ώρες ώρες φαντάζει φλούο, σαν τα αρχαία σήματα νέον που βλέπαμε στις εκπαιδευτικές οπτικοδέσμες, των σχολικών μας χρόνων.
Τέλος πάντων, το σίγουρο είναι ότι έχει μια μικρή διαφορά από τα αμιγώς ανθρώπινα χρώματα ματιών.
Έτσι, όταν κατέφθασε η ομαδαποστολή ήμουν όσο το δυνατόν περισσότερο προετοιμασμένη για να μην καταλήξω με τα μυαλά μου χυμένα στο δρόμο από τα διαπεραστικά ακτινοπυροβόλα κανενός τεχνοκράτη του Σώματος.
Αυτοί οι μπάσταρδοι μακέλευαν πρώτα, εξακρίβωναν αργότερα.
Όσο αναχρονιστικό και να ακούστηκε αυτό.
Στριμωγμένη σε μια ελεύθερη γωνιά της ομαδαποστολής, με τα μάτια κατεβασμένα και την κουκούλα της καμπαρντίνας μου να κρύβει όλες τις απόκοσμες γωνίες του προσώπου μου, μετρούσα τα δευτερόλεπτα αλλά και τους θορύβους του οχήματος μέχρι να φτάσουμε στην Αθήνα.
Ευτυχώς, όταν περάσαμε πλέον και την Περραιβία, οι έλεγχοι δεν ήταν τόσο εντατικοί και μπόρεσα να ανασάνω πιο ελεύθερα.
Όχι πως ήξερα να το κάνω αυτό βέβαια...
Η πρώτη μου εντύπωση της ηγέτιδας πόλης ήρθε όταν βγήκα από την ομαδαποστολή και αντίκρυσα το βρώμικο κτίριο της Πύλης εισόδου, του “καλωσορίσματος” που ξέφτισε ύστερα από αμέτρητα χρόνια εκμετάλλευσης και παραμέλησης.
Και όμως, ακόμα και η απειροελάχιστη αίσθηση ενός ασφαλέστερου μέλλοντος, ήταν ικανή για να χαμογελάσω.
Η έστω να το προσπαθήσω.
Ήμουν 18 χρονών...
Στο παρελθόν, αυτή ήταν η ηλικία ενηλικίωσης.
Ύστερα, κυρίως λόγω αναγκαιότητας, αυτό μετατράπηκε στα 15 έτη.
“Παύεις να είσαι παιδί, όταν μαθαίνεις ότι κάποτε θα πεθάνεις.
Αν ισχύει αυτό, εγώ δεν υπήρξα ποτέ μου...
Οι ακτιβιστές είχαν συνεννοηθεί ώστε να συναντηθώ με δικούς τους ανθρώπους, οι οποίοι αρχικά θα μου εξασφάλιζαν μια στέγη και ίσως αργότερα έναν τρόπο να βγάζω τα προς το ζην.
Η συνθετοκατοικία που με οδήγησαν κυριολεκτικά σε έκανε να ζηλεύεις τα ποντίκια.
Ακόμα και αυτά θα φώλιαζαν σε καλύτερα μέρη.
Δεν με έπαιρνε όμως να χω και παράπονα, το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να διατηρήσω μια ελπίδα ότι κάποτε θα έφευγα από εκεί.
Και όντως το κατάφερα, και να την διατηρήσω αλλά και να φύγω.
Δούλεψα σε όλων των ειδών τις σκατοδουλειές, από προμηθεύτρια οργανικών καυσίμων σε άθλια πρατήρια των πιο κακόφημων συνοικιών, μέχρι τηλεεμφανήτρια ένος δικτύου, που σε ενοχλούσε τις πιο ακατάλληλες ώρες για να σου πασάρει τα πιο άχρηστα πράγματα.
Το καλοκαίρι των Χαμόγελων μου, εργαζόμουν σχεδόν ένα χρόνο σε μια υπηρεσία αναπαραγωγής ειδήσεων.
Σχετικά εύκολη δουλειά, το μόνο που έπρεπε να κάνουμε ήταν να προωθούμε στο ευρύ κοινό τα κυβερνητικά διατάγματα και τις αποφάσεις.
Ή πιο απλά, να διαμορφώνουμε την καθημερινότητα των ανθρώπων όπως ήθελε η Αρχή.
Τουλάχιστον, χάρη σε αυτή τη δουλειά είχα καταφέρει να φύγω επιτέλους από την τρώγλη που έμενα όταν πρωτοήρθα στην Ηγέτιδα.
Σχολούσα σχετικά αργά, γύρω στις 11:30 από τη δουλειά μου. Συνήθως πήγαινα σπίτι κατευθείαν.
Δεν είχα πολλούς φίλους ώστε να βγαίνω συχνά. Για την ακρίβεια, το μοναδικό άτομο που συναναστρεφόμουν, ήταν μία γλυκύτατη ακτιβίστρια από αυτούς που με βοήθησαν όταν πρωτοήρθα στην Αθήνα.
Από τότε αναπτύξαμε μια ιδιαίτερη σχέση...φιλία; Πες το και έτσι...
Αλλά η Καλυψώ δούλευε ακριβώς αντίθετα ωράρια από εμένα και έτσι έπρεπε να ξυπνάει στις 6 κάθε πρωί για να πηγαίνει στο νοσοκομείο. Ήταν υγειονομική έφορος.
Για αυτό βόλευε συνήθως να βρισκόμαστε τα σαββατοκύριακα, που είχαμε ρεπό και οι δύο.
Εκείνη τη νύχτα του Ιουνίου όμως, δεν ήθελα να γυρίσω κατευθείαν σπίτι μετά τη δουλειά, δεν ξέρω γιατί.
Προαίσθημα; Γυναικεία διαίσθηση; Κάτι τέτοιο τέλος πάντων.
Το μπαρ που με φιλοξένησε ήταν γνωστό μου. Είχα δουλέψει ένα φεγγάρι εκεί, μέχρι που άδειασα ένα μπουκάλι οργανικής μπύρας στο κεφάλι του μπάρμαν...
Έπρεπε να κρατάει κοντά τα χέρια του.
Ευτυχώς δεν μου κράτησε κακία, αρκέστηκε στο γεγονός πως με διωξαν κακήν κακώς, και έτσι μπορούσα να πηγαίνω μερικές φορές εκεί, χωρίς να φοβάμαι μη μου δηλητηριάσει το ποτό!
Μπορεί να ήταν Παρασκευή, όμως δεν είχε καθόλου κόσμο, το μαγαζί ήταν σχεδόν έρημο.
Δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα βέβαια, εγώ ήθελα απλά να χαλαρώσω μετά τη δουλειά.
Άσχετα αν η κατάληξη ήταν τελείως διαφορετική.
Αρχικά δεν τον παρατήρησα, εγώ κάθισα κατευθείαν στο μπαρ, υπομένοντας μερικές σαχλές ειρωνίες του μπαρμαν.
Μετά από λίγο όμως, ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
Μπορεί να μη θυμάμαι ποιο ήταν το πλήρες όνομα του, ή το τι μου είπε και μου κίνησε το ενδιαφέρον, αλλά θα θυμάμαι, για όσο έχω εξουσία πάνω στη μνήμη μου, το απέραντο δάσος που ήταν τα μάτια του.
Επίσης θα θυμάμαι πως δεν είχα γνωρίσει ποτέ κανέναν σαν αυτόν.
Όχι ότι είχα και πολλές εμπειρίες...είναι δύσκολο να πλησιάσεις τους ανθρώπους, ερωτικά και μη, όταν ξέρεις πως σε φοβούνται και σε μισούν. Μπορεί όχι εσένα προσωπικά, αλλά αυτό που είσαι.
Είναι δύσκολο να νιώσεις πιο κοντά με κάποιον χωρίς να αποδέχεται τη φύση σου. Δεδομένου ότι τη δική μου την κρατούσα κρυφή για λόγους επιβίωσης, οι πιθανότητες μειώνονταν δραματικά.
Όμως με αυτόν, δεν ξέρω, ένιωσα κάτι διαφορετικό...σαν να μπορούσα να τον εμπιστευτώ.
Δεν του είπα τίποτα φυσικά, αλλά στο μυαλό μου ήμουν μια περήφανη Εξωαίματη μαζί του.
Και στο μυαλό μου, αυτός το απολάμβανε...
Φυσικά καταλήξαμε σπίτι μου, ναι είμαι μια πόρνη το ξέρω!
Κάναμε έρωτα άπειρες φορές εκείνο το βράδυ, με όλους τους απαγορευμένους, από την Αρχή, τρόπους.
Το επόμενο πρωί έφυγε πολύ νωρίς, δεν είχα ξυπνήσει καν.
Καλά όχι ότι περίμενα και τίποτα διαφορετικό.
Οι μέρες μου συνέχισαν να περνάνε απαράλλακτες.
“It's the memory of laughter that makes the current misery unbearable”
Ήταν λίγο πιο δύσκολο για μένα να συγκεντρωθώ στη δουλειά βέβαια, και όταν έβγαινα έξω η Καλυψώ πάντα μου λεγε ότι έμοιαζα σα να έψαχνα κάτι.
Ο χειμώνας ήρθε σχετικά γρήγορα, ευτυχώς στην Ηγέτιδα οι εποχές δεν είχαν και τόσο μεγάλη διαφορά η μία από την άλλη, απλά ο διαχωρισμός τους επιβίωνε κυρίως για συναισθηματικούς λόγους.
Έτσι δεν έμενα ξάγρυπνη τις νύχτες από το κρύο, όπως στο Βορρά.
Είχαν περάσει σχεδόν εφτά μήνες από εκείνο το βράδυ και όμως το μυαλό μου δεν έβρισκε την ηρεμία του.
Φυσικά, ούτε λόγος για άλλες περιπέτειες, απλά δεν είχα καθόλου όρεξη.
Ο όλεθρος μου χτύπησε την πόρτα μια νύχτα του Ιανουαρίου.
Βασικά, ήρθε με τη μορφή της Καλυψώς. Αυτό είναι σχεδόν ειρωνικό, αν αναλογιστεί κανείς ότι και η ίδια συνέβαλε στη σωτηρία μου τόσα χρόνια πριν.
Κλαμμένη και με ανάκατα μαλλιά, έπεσε στην αγκαλιά μου, εκλιπαρώντας για τη συγγνώμη μου.
Δεν ήξερα καν γιατί θα έπρεπε να την συγχωρήσω.
Όταν ηρέμησε κάπως και την οδήγησα στο δωμάτιο μου, καθισμένη πάνω στο φθαρμένο πάπλωμα, κρατώντας και τα δυο μου χέρια όσο μιλούσε, μου εξήγησε πως ύστερα από ένα ξέφρενο μεθύσι, είχε περηφανευτεί κατά λάθος στον τύπο που τραβιόταν εκείνο το διάστημα, για την εξωαίματη φίλη της, την οποία είχε σώσει αυτή από τους κακούς άντρες της Αρχής που φυσικά, επειδή πάντα σε προφταίνει η πουτάνα η πραγματικότητα, ήταν και ο ίδιος ένας...
Το αγνοούσε, είπε.
Ήταν λιώμα από το μεθύσι, είπε.
Αισθάνεται απαίσια, είπε.
Ένα πράγμα μόνο δεν είπε...Πως περίμενε να αντιδράσω όταν η μοναδική μου φίλη υπέγραψε τη θανατική καταδίκη μου.
Η Καλυψώ οργάνωνε με το μυαλό της σχέδια για να με φυγαδεύσει ξανά, να κρυφτώ, να το σκάσω στην Ευρασία, όπου δεν διώκονταν τόσο οι εξωαίματοι.
Τη φίλησα στο μέτωπο και την έδιωξα από το σπίτι μου.
Δεν υπήρχε λόγος να αναλωθώ σε μάταιους προγραμματισμούς.
Πλέον δεν θα μπορούσα να ξεφύγω, δεν θα είχα χρόνο να το σχεδιάσω καν.
Λογικά μέχρι τότε θα ήξεραν τα πάντα για μένα, που έμενα, που δούλευα, που σύχναζα και θα ήταν υπόθεση ρουτίνας να με συλλάβουν.
Την επόμενη ημέρα δεν πήγα στη δουλειά. Δεν είχα λείψει ποτέ μέχρι τότε, δικαιούμουν μια μέρα ξεκούρασης.
Δικαιούμουν να καθίσω στον καναπέ μου, να πιω με την ησυχία μου ένα ζεστό ρόφημα και να περιμένω τους μπάσταρδους με την πόρτα ορθάνοιχτη.
Περίμενα αρκετές ώρες. Άπειρες φορές πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα να σηκωθώ. Να βγω έξω από το διαμέρισμα και να αρχίσω να τρέχω μέχρι να ματώσουν τα πόδια μου.
Δεν το έκανα όμως.
Ειλικρινά δεν ξέρω γιατί, ίσως επειδή είχα βαρεθεί να κρύβομαι.
Ίσως επειδή πίστευα ότι ήταν μάταιο.
Ίσως γιατί αν όντως έφευγα, αν το σκαγα στη Ευρασία, δεν θα υπήρχε καμία ελπίδα πλέον...
Να τον ξαναδώ...
Δεδομένου ότι στην αντίθετη περίπτωση, με το που έπεφτα δηλαδή στα χέρια της Αρχής, θα κατέληγα σχεδόν αμέσως σκόνη και στάχτες, δεν ήταν και ιδιαίτερα έξυπνος συλλογισμός από μέρους μου.
Όπως είπα όμως, δεν ξέρω γιατί ακριβώς δεν μπορούσα να επιβληθώ στο σώμα μου, το οποίο καθόταν στον κόκκινο καναπέ και δεν κουνιόταν με τίποτα.
Πρέπει να ήταν γύρω στο μεσημεράκι όταν ήρθαν.
Να πω την αλήθεια περίμενα κάτι πιο εντυπωσιακό.
Άντρες τους Σώματος, με αδιαπέραστες στολές και τα ακτινοπυροβόλα τους προτεταγμένα.
Αντί για αυτό όμως, έστειλαν απλά δύο τύπους με μαύρα κουστούμια, οι οποίοι με πληροφόρησαν πως πρέπει να τους ακολουθήσω.
Μπορεί βέβαια, σε περίπτωση άρνησης από μέρους μου, να ήταν εξίσου θανατηφόροι με σκληροπυρηνικούς ασφαλίτες.
Ίσως και περισσότερο.
Εγώ όμως σηκώθηκα αργά αργά, πήρα την τσάντα μου και την καμπαρντίνα μου ενώ κλείδωσα και την πόρτα πίσω μου. Απόλυτα φυσιολογικά όλα, λες και θα πήγαινα μόνο μια βόλτα...
Φυσικά όταν μου πέρασαν τις ηλεκτροφόρες χειροπέδες και ήξερα ότι αν έκανα την παραμικρή κίνηση μπορεί και να αυτοακρωτηριαζόμουν, συνειδητοποίησα ότι δεν θα ξαναγυρνούσα σπίτι μου.
Δεν θα ξαναγυρνούσα πουθενά.
Με οδήγησαν στο υπηρεσιακό ατμοσφαιρικό όχημα...δεν είχα τη δυνατότητα να κάνω τίποτα από το να παρακολουθώ, καθώς οι μετάλλικες, παγωμένες πόρτες του έκλειναν από έξω τη ζωή μου...
Το τμήμα που με πήγαν ήταν ένα παλιό σχετικά κτίριο, αρκετά μεγάλο και βρώμικο.
Λες και οι μαύροι τοίχοι ήταν καλυμμένοι από ένα παχύ στρώμα σκόνης. Και αναστεναγμών.
Εμένα με κλείσαν σε ένα τρισάθλιο κελί στο υπόγειο του κτίσματος, χωρίς να μου απαγγείλουν κάποιες κατηγορίες, χωρίς καν να με ενημερώσουν γιατί με συνέλαβαν.
Το μόνο που μου είπαν ήταν ότι την επόμενη μέρα θα με έβλεπε ο Υπεύθυνος Εξακρίβωσης.
Αυτός που θα αποφάσιζε αν αποτελούσα απειλή δηλάδη.
Δεν έτρεφα αυταπάτες, ήμουν σίγουρη ότι θα καταλάβαινε αμέσως τη φύση μου.
Λογικά θα τους εκπαίδευαν εντατικά ώστε να μην τους ξεφεύγει κανένας μας.
Εκείνη τη νύχτα προσπάθησα να μείνω ξύπνια παρά την αφόρητη κούρασή μου.
Ήθελα να νιώσω τις τελευταίες μου στιγμές...
Την άλλη ημέρα ήρθαν αρκετά νωρίς, προφανώς ο Υπεύθυνος Εξόντωσης είχε πολλές δουλειές...
Το γραφείο που με οδήγησαν ήταν στον 18ο όροφο, σαφώς μια βελτίωση από το αποπνικτικό υπόγειο που πέρασα το βράδυ μου.
Θυμάμαι ότι με το που μπήκα μέσα, έκλεισα τα μάτια μου και ανάπνευσα με ανακούφιση τον φρέσκο αέρα του συστήματος προμήθευσης.
Όταν τα ξανάνοιξα, οι τύποι με τα κουστούμια είχαν εξαφανιστεί και η πόρτα πίσω μου ήταν κλειστή.
Μπροστά μου δε, ξεχυνόταν το απέραντο δάσος που στοίχειωνε τα όνειρα μου.
Είχα πλάσει με το μυαλό μου διάφορα σενάρια για την επανασύνδεσή μας, κανένα όμως δεν λάμβανε υπόψη του αυτήν το ενδεχόμενο.
Το ενδεχόμενο της πραγματικότητας...
Φυσικά, απλά δεν τολμούσα ούτε καν να ανασάνω από την έκπληξη. Ή επειδή φοβόμουν ότι θα ξυπνούσα...
Προφανώς θα αντιλήφθηκε την εσωτερική αγωνία μου και έκανε αυτός την πρώτη κίνηση.
Μου έκανε νόημα να καθίσω.
Χρειάστηκα λίγη ώρα να κουνήσω από τη θέση μου βέβαια...
Όταν ήμασταν και οι δυο καθισμένοι, αυτός πίσω από το γραφείο του, και αφού μου έριξε μια ματιά λες και περνούσα από μηχάνημα ακτινογραφίας, μίλησε.
Πάλι δεν θυμάμαι καλά τι ακριβώς μου είπε.
Νομίζω μου εξήγησε πως συνειδητοποίησε ποια ήταν η νέα κρατούμενη από τις φωτογραφίες που του έφεραν, πως ειλικρινά ευχόταν αυτή η μέρα να μην έρθει ποτέ.
Γιατί, και εδώ είναι το εξωφρενικό της υπόθεσης, είχε καταλάβει ότι ήμουν Εξωαίματη από την πρώτη στιγμή που έριξε το βλέμμα του πάνω μου.
Άρα οι φαντασιώσεις μου είχαν μια δόση αλήθειας!
Μετά μου είπε διαφορετικά πράγματα. Πως είχε ήδη κανονίσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά, πως αν συμπλήρωνε στην έκθεση του ότι ήμουν Καθαρή δεν θα τον αμφισβητούσε κανένας και πως μου αγόρασε καλού κακού ένα εισιτήριο για την πρώτη ομαδαποστολή που έφευγε για την Ευρασία.
Πως μου είχε σώσει τη ζωή.
Λίγες ώρες αργότερα, καθώς κοιτούσα από το παράθυρο του οχήματος την άγονη και αφιλόξενη αυτή χώρα που άφηνα πίσω, μου ερχόταν στο μυαλό η τελευταία “πράξη του δράματος.”
“Γιατί τα κάνεις όλα αυτά;” τον είχα ρωτήσει.
Αρχικά δεν απάντησε, σηκώθηκε αργά αργά από το γραφείο του, με πλησίασε ήρεμα και έσκυψε κοιτώντας με στα μάτια.
Όταν τα χείλη μας ενώθηκαν, όλη η επιθυμία, η στοργή και η απόγνωση πέρασε από τον έναν στον άλλο...η ερώτηση μου, είχε σχεδόν απαντηθεί.
Και τότε...μου είπε το πιο ωραίο πράγμα που μου έχει πει ποτέ κανένας.
“Δεν θα άφηνα κανέναν να σκοτώσει την πιο όμορφη ανάμνησή μου...”


* σημείωση: η εικόνα ανοίγματος του παρόντος άρθρου είναι δημιουργία του Lempea-Feawintil

________________________________


    τα έχεις διαβάσει;

Βιβλία Fantasy

Διαβάσαμε & Κρίνουμε
Fantasy Archive

Μουσική Φαντασίας

Ακούσαμε & Προτείνουμε
Fantasy Archive

Visual Art - Ζωγραφική

Είδαμε & Παρουσιάζουμε
Fantasy Archive

Comics - Graphic Novels

Εικόνες & Κείμενα Φαντασίας
Fantasy Archive

Ταινίες & Σειρές Φαντασίας

Εντυπώσεις και Συναισθήματα
Fantasy Archive

Video Games

Η F Γωνιά των Gamers
Fantasy Archive