Διαβάζω Δευτερη ευκαιρια από τα Fantasy Archives της Fantasy Gate! Bookmark and Share


από Ερρίκο Σμυρναίο

- «Λοιπόν, κάπως έτσι τελείωσε το έργο!» ολοκλήρωσε την αφήγησή του ο Κώστας.
Οι χοντρές στάλες της βροχής έπεφταν σαν μετεωρίτες πάνω στη τζαμαρία που μας χώριζε απ’ τον έξω κόσμο. Μαιανδρικά ρυάκια πάλλονταν ρυθμικά σαν κρυστάλλινες αρτηρίες πάνω στη γυάλινη επιφάνειά της.
Ο Δημήτρης και η Αντωνία, (για τους φίλους Τόνια), χαμογέλασαν βεβιασμένα. Το κέφι και η φασαρία που έκαναν οι υπόλοιποι πελάτες του εστιατορίου δεν είχαν καταφέρει να τους επηρρεάσουν. Τώρα που η βραδυά πλησίαζε στο τέλος της, ένιωθα ανακούφιση.
- «Τι έχετε κανονίσει για το καλοκαίρι;» μας ρώτησε ο Δημήτρης που κάθονταν απέναντί μας, δίπλα στην καινούργια κοπελιά του, την Αντωνία δηλαδή.
- «Λέμε να πάμε στα Κύθηρα,» του απάντησε ο Κώστας, «Έχω ανακαλύψει μια φανταστική παραλία εκεί πέρα!»
- «Αχ, αυτό είναι μια πολύ καλή ιδέα!» ξεφώνισε η Αντωνία, «Τα Κύθηρα είναι ένα ήσυχο νησί. Ό,τι πρέπει για ένα άτομο με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα!»
Την κοίταξα άναυδη, εντελώς αιφνιδιασμένη από το θράσος της. Ωστόσο η έκφραση της καλοκάγαθης χαζομάρας που ήταν απλωμένη πάνω στ’ όμορφο πρόσωπο της μ’ έπεισε γι’ αυτό που είχα ήδη υποψιαστεί από την πρώτη στιγμή που την είχα αντικρύσει. Δεν επρόκειτο περί κακίας, ήταν απλώς ηλίθια, τίποτα περισσότερο. Ο Δημήτρης εντούτοις δεν παρέλειψε να της ρίξει ένα αγριωπό βλέμμα.
Η βαριά σιωπή που κρεμάστηκε ανάμεσά μας μου έδωσε να καταλάβω πως όλοι μας, εκτός από την ίδια την Τόνια φυσικά, νιώθαμε μεγάλη αμηχανία εξαιτίας εκείνης της άστοχης παρατήρησης. Η Τόνια έκανε να ξανανοίξει το στόμα της, αλλά ο Δημήτρης αποδείχτηκε πιο γρήγορος αυτή τη φορά:
- «Εμείς μάλλον πρέπει να πηγαίνουμε,» δήλωσε κοιτάζοντας τη σύντροφό του μ’ ένα ύφος που δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα, «Αύριο έχουμε να κάνουμε μακρύ ταξίδι, οπότε λέμε να μην το ξενυχτήσουμε!
Η Τόνια (για τους φίλους Αντωνία), του έριξε μια κλεφτή ματιά και σηκώθηκε όρθια χωρίς να βγάλει λέξη. «Αυτό τουλάχιστον το κατάλαβε» συλλογίστηκα ειρωνικά.
Εμείς μιμηθήκαμε το παράδειγμά τους, σηκωθήκαμε όρθιοι δηλαδή και στη συνέχεια ανταλλάξαμε μαζί τους θερμούς ασπασμούς και χειραψίες που συνοδεύονταν από τις όχι απόλυτα ειλικρινείς διαβεβαιώσεις πως θα ξαναβρίσκομασταν όλοι μαζί κάποια μέρα, και μάλιστα σύντομα.
Ύστερα μείναμε μόνοι στο τραπέζι. Ήταν η θλιβερή κατάληξη μιας μάλλον αποτυχημένης βραδυάς.
Ο Κώστας μου έριξε ένα εξεταστικό βλέμμα που έλεγε πολλά. Eγώ προτίμησα να ρίξω μια ματιά μέσα από τη τζαμαρία, στον υγρό πεζόδρομο που απλώνονταν μπροστά απ’ την είσοδο του εστιατορίου. Η βροχή είχε σταματήσει και η πιτσιλισμένη τζαμαρία δεν έκρυβε πια το πρόσωπo του έξω κόσμου. Είδα τον Δημήτρη και την κουφιοκέφαλη φιλενάδα του να περπατούν πλάι-πλάι πάνω στον πεζόδρομο που γυάλιζε κάτω απ’ τα φώτα του δρόμου. Έμοιαζαν ευάλωτοι και μόνοι, δύο μοναχικές φιγούρες που βυθίζονταν σταδιακά μέσα σ’ ένα σκιερό περιβάλλον που καλύπτονταν από ένα αμυδρό πέπλο αιωρούμενων υδρατμών. Δίπλα τους έτρεχε ένα ρυάκι βρόχινου νερού ενώ στην απέναντι μεριά του δρόμου, μπροστά απ’ τη βιτρίνα ενός ζαχαροπλαστείου, στέκονταν μια μικρόσωμη φιγούρα με ύψος που μετα βίας έφτανε το ενάμισυ μέτρο. Φορούσε ένα μακρύ μαύρο μανδύα από σέρνονταν γύρω απ’ τα πόδια της ενώ το κεφάλι και το πρόσωπό της ήταν κρυμμένα κάτω απ’ τις πτυχές μιας φαρδυάς κουκούλας.
Τα δάχτυλα μου σφίχτηκαν σπασμωδικά γύρω απ’ το γυάλινο ποτήρι που κρατούσα. Ένιωσα την επιθυμία να βγω έξω και να προειδοποιήσω τον Δημήτρη και την Τόνια για τον θανάσιμο κίνδυνο που τους απειλούσε. Αλλά και πάλι, τι θα κατάφερνα με αυτό;
Ακόμα και αν τους προλάβαινα, εκείνοι θα με κοιτούσαν με συμπόνια ενώ από μέσα τους θα έλεγαν πως άκουγαν τα λόγια μιας τρελής που αργά ή γρήγορα θα κατέληγε στο ψυχιατρείο.
Για μια ακόμα φορά θυμήθηκα εκείνη την τρομερή νύχτα στο νοσοκομείο, οταν για πρώτη φορά η σκιά του θανάτου άγγιξε τα κλειστά ως τότε μάτια της ψυχής μου. Θυμήθηκα τα εκτυφλωτικά φώτα του χειρουργικού θαλάμου, τον φοβερό πόνο που σπαρταρούσε ξέφρενα μέσα μου και άπλωνε τα μακρυά πλοκάμια του σ’ όλο μου το κορμί. Κάποιος τοποθέτησε μια πλαστική μάσκα πάνω στο πρόσωπό μου και μετά όλα άρχισαν να γυρίζουν, το σκληρό φως του προβολέα θάμπωσε, εγώ βυθίστηκα σ΄ένα γαλακτερό σύννεφο ενώ οι ανήσυχες φωνές των γιατρών μετατράπηκαν σε μακρινούς και ακαταλάβίστικους αντίλαλους. Στη συνέχεια μούδιασα ολόκληρη και το κεφάλι μου έγειρε στο πλάι και τότε είδα πίσω απ’ τον ώμο του λευκοντυμένου γιατρού που στέκονταν στο πλευρό μου ένα μαυροντυμένο πλάσμα, μια υπερβολικά μικρόσωμη σιλουέτα που στέκονταν μπροστά απ’ τα γαλαζωπά πλακάκια του τοίχου του χειρουργείου και με κοιτούσε μέσα απ’ τις βαθιές πτυχές της τριγωνικής κουκούλας που κάλυπτε το πρόσωπό της. Ένας σπασμός τρόμου αργοσάλεψε μέσα μου καθώς ανακάλυπτα πως η ξεκάρφωτη εκείνη μορφή δεν ήταν μόνη, πως μια ολόκληρη ομάδα από πανομοιότυπες κουκουλοφόρες παρουσίες είχαν ξεπροβάλλει μέσα απ’ τους τοίχους του χειρουργικού θαλάμου και είχαν μαζευτεί γύρω μου και με κοιτούσαν ακίνητες και αμίλητες, σαν ανοιγματικοί απεσταλμένοι απ’ το υπερπέραν. Προσπάθησα να τους μιλήσω, να τις παρακαλέσω να με λυπηθούν καθώς ένιωθα πως είχαν έρθει για να με πάρουν μαζί τους. Και μετά βυθίστηκα σ’ ένα βαθύ σκοτάδι και όταν άνοιξα και πάλι τα μάτια μου βρέθηκα ξαπλωμένη στο λευκοστρωμένο κρεβάτι ενός νοσοκομείου.
Ο Κώστας κάθονταν σε μια πλαστική καρέκλα στα δεξιά του κρεβατιού και κρατούσε στα χέρια του ένα μπουκέτο λουλούδια.
Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Διάβασα το σιωπηλό παράπονο που χρωμάτιζε τις σκέψεις του.
- «Θα μπορούσες να μου το έχεις πει,» ήταν το μόνο που βρήκε να μου πει.
- «Δεν ήθελα. Ήταν ένα αυστηρά προσωπικό ζήτημα. Στο κάτω-κάτω, δικό μου είναι αυτό το σώμα και μπορώ να το κάνω ότι θέλω!»
Η φωνή μου είχε ακουστεί σκληρή και άγρια, περισσότερο απ’ όσο ήθελα. Ένιωσα την παρόρμηση να του ζητήσω συγγνώμη, να του εξηγήσω πως η ξαφνική εκείνη εγκυμοσύνη με είχε τρομάξει, πως αντιπροσώπευε μια ριζική μεταβολή στη ζωή μου που δεν ήμουν σε θέση να αποδεχτώ.
- «Δεν ήθελα, ούτε και θα μπορούσα ποτέ να σε υποχρεώσω να σκεφτείς διαφορετικά,» μου απάντησε εκείνος, «Θα μπορούσαμε όμως μιλήσουμε προτού κάνεις αυτή την άμβλωση που παραλίγο να σε σκοτώσει. Νόμιζα πως υπήρχε εμπιστοσύνη μεταξύ μας.»
Αν και η φωνή του εξακολουθούσε να ακούγεται ήρεμη, ένα νεύρο έπαιξε για μια στιγμή στην άκρη του στόματός του. Ήταν ένας μικρός μυικός σπασμός που αποτελούσε τη μοναδική εκδήλωση της θύελλας που μαίνονταν βαθύτερα. Του έπιασα το χέρι. Ήταν ζεστό και γερό και δεν τραβήχτηκε στο άγγιγμά μου.
- «Δεν ήθελα να τα παρατήσω όλα,» του εξήγησα, «Είμαι έτοιμη να πάρω προαγωγή στη δουλειά μου και ένα παιδί θα μου χάλαγε τα σχέδια. Εντάξει, το ξέρω πως ζούμε μαζί τρία χρόνια τώρα, αλλά δεν είμαστε παντρεμένοι και αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα. Τι θα γίνει αν για κάποιο λόγο η σχέση μας χαλάσει; Τι θα κάνω μόνη μου τότε μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά;»
- «Εξακολουθώ να πιστεύω πως έπρεπε να μου μιλήσεις πρώτα. Το παιδί αυτό ήταν και δικό μου, το ξέρεις αυτό!»
Η απάντησή του κατάφερε να μ’ εξοργίσει:
-«Λάθος! Μέχρι να γεννιόταν θα ήταν μόνο δικό μου γιατί εγώ είμαι αυτή που θα το έτρεφα και θα το κρατούσα στη ζωή! Εσύ το μόνο που είχες να κάνεις ήταν ένα πεντάλεπτο σπρώξιμο και τίποτα περισσότερο! Μη μου δίνεις λοιπόν συμβουλές για το πως πρέπει να ζω τη ζωή μου!»
Η έκφραση που απλώθηκε στο πρόσωπό του μ’ έκανε να καταλάβω πόσο πολύ τον είχαν πληγώσει τα λόγια μου. Μετάνιωσα αμέσως αλλά ο Κώστας είχε ήδη σηκωθεί όρθιος:
- «Όπως θέλεις» μου είπε, «Θα έρθω πάλι αύριο, όταν θα νιώθεις καλύτερα. Ελπίζω να μην έχεις αντίρρηση.»
- «Όχι, δεν έχω. Θα ήθελα να ξανάρθεις και αύριο,» τον διαβεβαίωσα. Η φωνή μου ακούστηκε βραχνή και ραγισμένη.
Μετά την αποχώρηση του Κώστα εμφανίστηκε ένας γιατρός που μου είπε πως κατά τη διάρκεια της επέμβασης είχα παρουσιάσει μια ξαφνική περιτονίτιδα που συνοδεύονταν από σοβαρή εσωτερική αιμορραγία. Η διαδικασία της απομάκρυνσης του εμβρύου είχε θέσει τη ζωή μου σε σοβαρό κίνδυνο. Αλλά ευτυχώς τώρα η κατάστασή μου δεν ενέπνεε καμία ανησυχία.
Του ανέφερα την παράξενη εμπειρία που είχα κατά τη διάρκεια της επέμβασης με τα μαυροντυμένα ανθρωπάκια. Ο γιατρός με διαβεβαίωσε πως οφείλονταν στον υψηλό πυρετό και πως παραισθήσεις τέτοιου είδους δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστες σε περιπτώσεις σαν τη δική μου.
Μια βδομάδα αργότερα βγήκα απ’ το νοσοκομείο.
Καθισμένη στη θέση του συνοδηγού είχα αφήσει το παράθυρο μισάνοιχτο έτσι ώστε ο ζεστός αέρας της πόλης ν’ ανακατεύει τα μαλλιά μου. Η ζώνη ασφαλείας με αγκάλιαζε διαγώνια ενώ ο Κώστας οδηγούσε προσεκτικά πάνω στη σκουρόχρωμη άσφαλτο της λεωφόρου που γυάλιζε κάτω απ’ τις κίτρινες ακτίνες του φθινοπωρινού ήλιου. Ένα γνώριμο αστικό τοπίο ξεδιπλώνονταν γύρω μας, γκρίζες όψεις πολυκατοικιών, φανάρια, τσιμέντο και καχεκτικά δεντράκια. Ο αέρας έτρεμε απ’ το βουητό των κινητήρων δεκάδων αυτοκινήτων ενώ τα πεζοδρόμια ξεχείλιζαν από βιαστικούς περαστικούς.
Κάτι δεν πήγαινε καλά ωστόσο. Τα χρώματα του κόσμου μου φαίνονταν περίεργα, έμοιαζαν με ξεπλυμένα αντίγραφα των πραγματικών τους εαυτών. Κάτι δεν πήγαινε καλά και με τους ήχους επίσης, ένιωθα σαν να υπήρχε ένα αόρατο φράγμα ανάμεσα σ’ εμένα και το περιβάλλον, σαν να μην βρισκόμουν πραγματικά εκεί πέρα ή σαν μην ήταν εντελώς πραγματικά όλα όσα άκουγα και έβλεπα.
Κάποια στιγμή υποχρεωθήκαμε να κόψουμε ταχύτητα καθώς η κίνηση μπροστά μας έγινε πιο πυκνή. Μέσα σ’ ένα λεπτό αρχίσαμε να κινούμαστε σημειωτόν.
- «Μάλλον έγινε κάποιο τροχαίο ατύχημα μπροστά,» μου είπε ο Κώστας με ύφος απολογητικό, λες και έφταιγε εκείνος γι’αυτό το γεγονός.
Πραγματικά, καθώς το αυτοκίνητο μας κινούνταν αργά σαν σαλιγκάρι, περάσαμε δίπλα από ένα σημείο όπου ένα αμάξι είχε πέσει πάνω σε μια κολωνα της ΔΕΗ. Το μπροστινό μέρος του οχήματος είχε παραμορφωθεί εντελώς ενώ το παρμπρίζ του είχε μετατραπεί σε μια άμορφη μάζα από γυάλινα θρύψαλλα που άστραφταν πάνω στο δρόμο σαν σκορπισμένη χρυσόσκονη. Ένα αραιό σύννεφο καπνού αιωρούνταν γύρω απ’ το τσακισμένο αμάξι.
Η μπροστινή πόρτα του, που έβλεπε προς τη δική μας μεριά, ήταν ανοιγμένη διάπλατα ενώ ένα σκουρόχρωμο υγρό σχημάτιζε μια λιμνούλα πάνω στη ζεστή άσφαλτο. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται μόλις κατάλαβα πως η λιμνούλα εκείνη αποτελούνταν από ανθρώπινο αίμα.
- Δίπλα στο κατεστραμμένο αυτοκίνητο αναβόσβηναν τα κοκκινογάλαζα φώτα ενός ασθενοφόρου. Δυο νοσοκόμοι τοποθετούσαν ένα φορείο στο πίσω μέρος του.
- «Απίστευτα πράγματα,» σχολίασε ο Κώστας χαμηλόφωνα, «βάζω στοίχημα πως αυτός ο ηλίθιος έτρεχε σαν τρελός και μάλιστα στο κέντρο της πόλης. Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που έπεσε πάνω στην κολώνα!»
Ούτε που τον άκουσα. Η καρδιά μου έχασε ένα χτύπο καθώς αντίκρυσα μια ομάδα μαυροντυμένων κουκουλοφόρων πλασμάτων που ήταν ολόιδια μ’ αυτά που είχα δει στο νοσοκομείο. Έμοιαζαν να παρακολουθούν τους νοσοκόμους που στερέωναν το φορείο μέσα στο ασθενοφόρο. Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν ανεξέλεγκτα καθώς είδα τις μικρόσωμες εκείνες φιγούρες να στέκονται δίπλα στο διαλυμένο αυτοκίνητο και να κοιτούν ακίνητες το ασθενοφόρο, σαν μικρά αγάλματα από έβενο. Τότε κατάλαβα κάτι πολύ σημαντικό: Ήταν αόρατες για όλους τους άλλους. Μόνο εγώ μπορούσα να τις δω. Κατάλαβα και κάτι άλλο: ο οδηγός του κατεστραμμένου αυτοκινήτου δεν θα κατάφερνε να επιβιώσει απ’ τα τραύματά του.
Οι γονείς του Κώστα μας περίμεναν στο διαμέρισμα. Η μητέρα του το είχε καθαρίσει πατόκορφα ενώ ο πατέρας του είχε μαγειρέψει μια από τις καταπληκτικές μακαρονάδες του. Ήταν διαχυτικοί και γεμάτοι περιποιήσεις και έμειναν μέχρι να σιγουρευτούν πως ήμουν καλά και πως δεν χρειαζόμουν κάτι περισσότερο για να νιώσω καλοδεχούμενη. Όταν τελικά αποχώρησαν απρόθυμα και η εξώπορτα τους έκρυψε απ’τα μάτια μου, το διαμέρισμα μου φάνηκε παράξενα άδειο και θλιβερό.
Τώρα καθόμουν στον καναπέ του καθιστικού ενώ ο Κώστας, που έτρεξε να βολευτεί στην αγκαλιά μια πολυθρόνας, έκανε ζάπιγκ με το τηλεκοντρόλ.
Δεν γίνονταν να το αναβάλλω περισσότερο:
- «Πρέπει να μιλήσουμε,» του είπα.
Εκείνος συνέχισε ν’ αλλάζει τα κανάλια και μου απάντησε μ’ ένα αόριστο «Εντάξει.»
Μου φάνηκε πως η έκφραση του αφηρημένου ενδιαφέροντος που είχε απλωθεί στο πρόσωπό του ήταν κάπως προσποιητή.
- «Μπορείς σε παρακαλώ να πάψεις ν’ ασχολείσαι με το χαζοκούτι;»
Ο Κώστας υπάκουσε σιωπηλά, θορυβημένος από τον φορτισμένο τόνο της φωνής μου. Αφού έκλεισε την τηλεόραση, στράφηκε προς το μέρος μου και μου είπε:
- «Εντάξει, σε ακούω.»
Πήρα μια βαθιά αναπνοή και διαλέγοντας με προσοχή τα λόγια μου, ξεκίνησα να του λέω τα εξής:
- «Το ξέρω πως συμπεριφέρομαι κάπως παράξενα τελευταία, θέλω να πω από τη νύχτα που πήγα στην κλινική και μετά.»
- «Ε, καλά. Ο γιατρός είπε πως είναι μια φάση που θα περάσει σύντομα,» βιάστηκε να μου απαντήσει με καθησυχαστικό ύφος, «μου εξήγησε πως κινδύνευσε η ζωή σου εκείνο το βράδυ και πως ίσως χρειαστείς λίγο χρόνο για να συνέλθεις.»
-«Γνωρίζω τι είπαν οι γιατροί,» τον έκοψα εκνευρισμένη, «Δεν μου είναι εύκολο να σου μιλήσω γιαυτό,» πρόσθεσα τρίβοντας το μέτωπό μου με το δεξί μου χέρι, «Μου συμβαίνει κάτι από τότε που έριξα το παιδί, νομίζω πως βλέπω πράγματα.»
Αυτή τη φορά ο Κώστας δεν βρήκε να μου πει τίποτα. Προφανώς δεν περίμενε να ακούσει κάτι τέτοιο.
- «Τι πράγματα δηλαδή;»
Άθελά μου μισογέλασα αμήχανα κοιτάζοντας τη σβηστή οθόνη της τηλεόρασης:

- «Το ξέρω πως ακούγεται εντελώς τρελό, αλλά όταν ήμουν ξαπλωμένη στο χειρουργικό τραπέζι, λίγο προτού με πιάσει η αναισθησία, μου φάνηκε πως γύρω μου είχαν μαζευτεί κάτι μαυροντυμένα πλάσματα που έμοιαζαν με κουκουλοφόρους νάνους και με κοιτούσαν.»
- «Αυτό ήταν μια παραίσθηση,» δήλωσε εκείνος.
- «Αυτό μου είπε και ο γιατρός,» του απάντησα, «και εγώ τον πίστεψα, αλλά σήμερα, καθώς περνούσαμε δίπλα από το τρακαρισμένο αυτοκίνητο, τα ξαναείδα πάλι και μάλιστα πεντακάθαρα. Ήταν μαζεμένα γύρω του και κοιτούσαν το φορείο με τον τραυματισμένο οδηγό.»
- «Εγώ δεν είδα τίποτα τέτοιο.»
- «Το ξέρω,» του απάντησα, «πιστεύω πως μόνο εγώ μπορώ να τα δώ. Και ξέρεις γιατί; Γιατί εμφανίζονται μόνο στους ανθρώπους που πρόκειται να πεθάνουν.»
- «Εσύ δεν πέθανες όμως,» Η φωνή του είχε υιοθετήσει έναν ιδιαίτερα προσεκτικό τόνο που δεν κατάφερνε ωστόσο να κρύψει την έκπληξη και ίσως και τη θυμηδία που του προκαλούσαν αυτά που άκουγε. Αρνήθηκα να τον κοιτάξω κατάματα. Άρχισα αντίθετα να κοιτάζω το τραπεζάκι που ήταν τοποθετημένο μπροστά απ’ τον καναπέ:
- «Εγώ μπορεί να μην πέθανα, αλλά ένα κομμάτι μου σταμάτησε να ζει στο νοσοκομείο εκείνη την ημέρα» του εξήγησα. «Το παιδί ήταν μέρος μου ακόμα, προέκταση του σώματός μου. Γι’ αυτό μπορώ τώρα και βλέπω αυτά τα πράγματα. Γιατί δεν έχω ξεφύγει εντελώς από το θάνατο.»
Ο Κώστας έμεινε σιωπηλός. Του έριξα μια πλάγια ματιά και είδα πως τώρα κάτι σαν οίκτος είχε απλωθεί πάνω στο μελαχροινό πρόσωπό του.
Σηκώθηκε όρθιος και έκατσε δίπλα μου, στον καναπέ. Τα δάχτυλα των χεριών του τυλίχτηκαν γύρω από τα δικά μου και το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω μου. Αυτή τη φορά υποχρεώθηκα να διασταυρώσω το βλέμμα μου με το δικό του.
- «Κοίταξε αγαπούλα μου» άρχισε να μου λέει, «πέρασες μια πολύ μεγάλη περιπέτεια. Παραλίγο να μου πεθάνεις εκεί πέρα. Δεν υπάρχει λόγος να νιώθεις ενοχές για ότι έγινε. Θα το ξεπεράσουμε μαζί και αυτό, θα δεις. Θέλω να ξέρεις πως δεν σου κρατάω καμία κακία που δεν μου είπες τίποτα για το παιδί. Το έχω ξεπεράσει, εσύ είσαι που μ’ ενδιαφέρεις πιο πολύ. Θέλω να συνεχίσουμε τη ζωή μας όπως και πριν!»
Τα χαρακτηριστικά του μου φάνηκαν ακαθόριστα ξαφνικά, σβησμένα πίσω από μια κόκκινη ομίχλη άγριας οργής:
- «Δεν έχω παραισθήσεις!» του φώναξα κατάμουτρα, «πραγματικά τα είδα αυτά τα πλάσματα και ξέρω πως υπάρχουν! Δεν είμαι τρελή, το κατάλαβες;»
- «Προσπαθώ απλώς να σου πω πως ίσως το μυαλό σου να σου παίζει άσχημα παιχνίδια. Συμβαίνει καμιά φορά. Αν θέλεις, μπορούμε να κανονίσουμε ένα ραντεβού με κάποιον γιατρό που ειδικεύεται σε τέτοια πράγματα. Ο φίλος μου ο Δημήτρης ας πούμε, είναι ένας πολύ καλός ψυχολόγος με μεγάλη πελατεία!»
Πετάχτηκα όρθια μόνο και μόνο για να απομακρυνθώ από κοντά του. Ένιωσα αηδία καθώς είδα την έκφραση του οίκτου και της στοργής που είχε απλωθεί στο πρόσωπό του. Χωρίς να πω τίποτα περισσότερο, βγήκα από το καθιστικό σαν σίφουνας και χώθηκα στην κρεβατοκάμαρα βροντώντας πίσω μου την πόρτα.
Τη μεθεπόμενη μέρα απόφάσισα να πάω στο σούπερ-μάρκετ για ψώνια. Ευτυχώς δεν είχε πολύ κόσμο και οι καλοφωτισμένοι διάδρομοι του απλώνονταν μισοάδειοι κάτω από τις λάμπες φθορισμού που κρέμονταν απ’ το πλαστικό ταβάνι.
Ένιωσα ευγνόμων γι’ αυτό το γεγονός και άρχισα να σπρώχνω το καρότσι μου προσπερνώντας αδιάφορα τα εκατοντάδες κουτιά των πολύχρωμων απορρυπαντικών και των αποσμητικών χώρου που πλημμύριζαν τα ράφια στα δεξιά και στα αριστερά μου. Τα ρουθούνια μου διαποτίστηκαν από τις βαριές μυρωδιές τους που σαν αόρατα αλλά πυκνά συνθετικά σύννεφα αιωρούνταν μέσα στον ακίνητο αέρα. Ένιωθα ανεξήγητα ευτυχισμένη, σαν ελεύθερο πουλί, σαν να πραγματοποιούσα με απρόσμενη ευκολία ένα εγχείρημα για το οποίο όλοι με είχαν διαβεβαιώσει πως θ’ αντιμετώπιζα ανυπέρβλητες δυσκολίες, ίσως γιατί αυτή ήταν η πρώτη φορά μετά την εγχείρηση που έβγαινα απ’ το σπίτι μόνη, σαν φυσιολογικός άνθρωπος, χωρίς την προστατευτική παρουσία του Κώστα ή των γονιών του.
Άρχισα να σιγομουρμουρίζω άθελά μου το χιλιοακουσμένο μουσικό κομμάτι που έβγαινε από τα ηχεία του σούπερ-μάρκετ.
«Έτσι που πάω, σε λίγο θ’ αρχίσω να περπατώ με στυλ σαν τη γυναίκα που είναι κεφάτη επειδή ψωνίζει απ’ του Βερόπουλου» σκέφτηκα και παραλίγο να βάλω τα γέλια.
Τα πράγματα στράβωσαν όταν έφτασα στο τμήμα των συσκευασμένων τροφίμων. Άπλωσα το χέρι μου για να πιάσω ένα πακέτο μακαρόνια όταν κάτι μ’ έκανε να γυρίσω το κεφάλι απότομα και να ρίξω μια κλεφτή ματιά στην πέρα άκρη του διαδρόμου, όπου μου φάνηκε πως είδα μια παράξενη κίνηση. Το μόνο που αντίκρυσα όμως ήταν ένας στρουμπουλός και ηλικιωμένος κύριος ο οποίος περιεργαζόταν με δύσπιστο ύφος ένα ράφι με γκοφρέτες και σοκολάτες.
Ο μοναχικός άνδρας μου ανταπέδωσε το βλέμμα, σαν να είχε νιώσει την έντονη ματιά που του είχα ρίξει με αποτέλεσμα να κοκκινήσω και να κάνω πως ασχολούμαι με τα συσκευασμένα μακαρόνια.
Η καρδιά μου γοργοχτύπησε παράξενα. Έβαλα το πακέτο στο καρότσι μου και άρχισα να κινούμαι μακρυά απ’ το σημείο όπου στέκονταν ακόμα ο ηλικιωμένος κύριος.
Αλλά δεν μπορούσε να ηρεμήσω. Τα χέρια μου έτρεμαν ενώ ένα κύμα κρύου ιδρώτα ανάβλυζε γύρω απ’ τη σπονδυλική μου στήλη.
Σταμάτησα να περπατάω απορημένη. Τι στη ευχή μου συνέβαινε; Έκανα σαν να είχα αντικρύσει το πιο τρομακτικό θέαμα του κόσμου, ωστόσο ο παχουλός κύριος με το καρό πουκάμισο, μόνο απειλητικός δεν φαίνονταν. Κι όμως, με κάθε λεπτό που περνούσε, ένιωθα όλο και χειρότερα. Μια ακατανίκητη πρόρμηση μ΄έσπρωξε να ξανακοιτάξω πάνω από τον ώμο μου, προς εκείνο το σημείο.
Όμως ο άγνωστος κύριος δεν βρίσκονταν πλέον εκεί και κανείς άλλος δεν στέκονταν μπροστά στο ράφι με τις σοκολάτες.
Ένιωσα μια λυτρωτική ανακούφιση. Για μια στιγμή είχα πιστέψει πως το πιο τρομακτικό πράγμα που θα μπορούσε να μου συμβεί ήταν να ξαναντικρύσω εκείνον τον άνθρωπο. Στη συνέχεια έτριψα δυνατά τα ζυγωματικά μου και συγκεντρώθηκα στα υπολοιπα προιόντα που έπρεπε να αγοράσει, πράγμα που σήμαινε πως έπρεπε να τσουλήσω το καρότσι μέχρι την άλλη άκρη του διαδρόμου, εκεί όπου τα μεγάλα παράθυρα του σούπερ μάρκετ έβλεπαν στο πάρκιγκ.
Χρειάστηκαν πέντε λεπτά περίπου για να καλύψω την απόσταση που με χώριζε από τα παράθυρα. Όταν έφτασα εκεί πέρα, έριξα μια ματιά μέσα απ’ το παράθυρο και είδα τον ηλικιωμένο άνθρωπο που είχα προσέξει προηγουμένως, να διασχίζει περπατώντας το μισοάδειο πάρκιγκ. Κατευθύνονταν προς ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο και κουβαλούσε δύο πλαστικές σακούλες που φαίνονταν να του πέφτουν κάπως βαριές.
Αλλά δεν ήταν μόνος. Δίπλα του περπατούσε μια μικρόσωμη μαυροντυμένη μορφή το κεφάλι της οποίας καλύπτονταν από μια τριγωνική κουκούλα που έμοιαζε να είναι φτιαγμένη από κάποιο χοντρό ύφασμα. Μέσα σε μια απειροελάχιστη στιγμή κατάλαβα πως ήταν η άκρη του μανδύα της μορφής εκείνης που είχα προλάβει να δω προηγουμένως, μέσα στο σούπερ μάρκετ, προτού η οντότητα κρυφτεί πίσω απ’ τα ράφια. Αυτό ήταν που με είχε τρομοκρατήσει τόσο πολύ. Ο βαρυφορτωμένος κύριος ωστόσο δεν έμοιαζε να έχει αντιληφθεί τη δυσοίωνη συντροφιά του. Έσφιξα τα δόντια μου καθώς είδα και άλλες μορφές που ήταν παρόμοιες στην εμφάνιση με την πρώτη να εμφανίζονται στο πάρκιγκ και να πλησιάζουν το θύμα τους από όλες τις κατευθύνσεις. Έμοιαζαν με μια λεγεώνα πεινασμένων μυρμηγκιών που περικύκλωναν αδυσώπητα το θύμα τους. Παράτησα το καρότσι και έτρεξα σαν τρελή προς την έξοδο του σούπερ-μάρκετ, αδιαφορώντας εντελώς για τις έκπληκτες ματιές των υπαλλήλων και των υπόλοιπων πελατών.
Οι γυάλινες πόρτες άνοιξαν μπροστά μου με ανυπόφορη βραδύτητα και στη συνέχεια έτρεξα καταπάνω στον άνθρωπο ο οποίος αργά, σαν να είχε παγιδευτεί σ΄ένα παράλληλο σύμπαν όπου ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά, άφησε τις σακούλες να πέσουν στην γκρίζα άσφαλτο του πάρκιγκ, έπιασε το κεφάλι του με τα δυό του χέρια και, καθώς τα πόδια του λύγιζαν σαν τσακισμένα στάχυα, σωριάστηκε καταγής, ανάσκελα, τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να τον αρπάξω στην αγκαλιά μου. Γονάτισα δίπλα του και του έπιασα το κεφάλι με τα δυό μου χέρια. Το πρόσωπό του που είχε στραφεί προς τον μεσημεριάτικο ουρανό που έλαμπε σαν πυρακτωμένο ατσάλι, ήταν κατακόκκινο και πρησμένο, τα μάτια του γυάλιζαν γουρλωμένα και ανέκφραστα ενώ ένα λεπτό ρυάκι αίματος κυλούσε μέσα απ’ τα ρουθούνια του.
Σαν μέσα σε όνειρο άκουσα το ποδοβολητό των ποδιών και τις κραυγές των ανθρώπων που έτρεχαν προς το μέρος μας. Οι ήχοι εκείνοι έμοιαζαν μακρινοί και ασήμαντοι, η απόσταση που μας χώριζε από όλους τους άλλους μου φάνηκε τόσο τεράστια που για μια ατελείωτη στιγμή ένιωσα ολοκληρωτικά μόνη, σαν να είχα χαθεί στις γκρίζες εκτάσεις μια πεθαμένη ερήμου.
- «Εξήγησέ μου τότε πως ήξερα πως θα πέθαινε!»
Η φωνή μου πλησίαζε σ’ επικίνδυνο βαθμό τα όρια του ουρλιαχτού ενώ τα δάχτυλά μου ήταν σφιγμένα σε γροθιές. Πετάχτηκα όρθια και αγνόησα επιδεικτικά τον Κώστα ο οποίος, καθισμένος ακόμα στην πολυθρόνα, προσπαθούσε να με ηρεμήσει, έχοντας υιοθετήσει ένα ήρεμο ύφος που ξεχείλιζε από μια ψεύτικη κατανόηση.
- «Και θες να πιστέψω πως τον σκότωσαν κάτι αόρατα ανθρωπάκια που είναι ντυμένοι σαν καλόγεροι και που μόνο εσύ μπορείς να δεις;» με ρώτησε τελικά.
- «Ναι! Αυτό ακριβώς σου ζητάω να πιστέψεις!»
- «Ας προσπαθήσουμε να ηρεμήσουμε όλοι μας, εντάξει;»
Ο Δημήτρης σηκώθηκε και αυτός όρθιος και άπλωσε το χέρι του προς το μέρος μου ικετευτικά. Αν και καταλάβαινα πως η όλη εμφάνισή μου, με τ’ ανακατεμένα μαλλιά, τα μάτια που ήταν πρησμένα από το κλάμα και το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο συνηγορούσε για το αντίθετο, ένιωθα αποφασισμένη να τους πείσω πως δεν ήμουν τρελή. Ξανακάθισα λοιπόν στην πολυθρόνα και σκούπισα τα μάτια μου με το φαρδύ μανίκι της μπλούζας που φορούσα. Έκλαιγα συνεχώς από το μεσημέρι και όσο ο Κώστας επέμενε να μου λέει πως μιλούσα παράλογα, τόσο χειρότερα ένιωθα μέχρι που εκείνος είχε αποφασίσει να τηλεφωνήσει στον Δημήτρη και να τον παρακαλέσει να έρθει στο σπίτι επειγόντως.
- «Φαντάζομαι πως πιστεύεις πως είμαι τρελή για δέσιμο!» μουρμούρισα χαμηλόφωνα αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια.
- «Πιστεύω πως αυτό που μας λες θεωρείς πως είναι η αλήθεια,» μου απάντησε εκείνος, «Τώρα, το κατα πόσο όλα αυτά ανταποκρίνονται σε κάποια αντικειμενική πραγματικότητα, αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα.»
- «Και γιατί να μην ανταποκρίνονται;» Αυτή τη φορά η φωνή μου είχε αποκτήσει μια επιθετική χροιά.
- «Προσπάθησε να δεις την κατάσταση και από τη δική μας άποψη,» μου είπε ο Δημήτρης, «σκέψου πως θα αντιδρούσες αν ένας άνθρωπος σου έλεγε πως μπορεί κα βλέπει κάτι μαυροντυμένα ανθρωπάκια κάθε φορά που κάποιος πρόκειται να πεθάνει.»
- «Και γιατί όχι;» επέμεινα πεισματάρικα, «για αιώνες ολόκληρους ο κόσμος πίστευε
Ο Δημήτρης με κοίταξε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα και αφού πήρε μια βαθιά αναπνοή, μου απάντησε ως εξής:
- «Εντάξει, όπως νομίζεις. Αυτό που θέλω να καταλάβεις είναι πως σέβομαι την προσωπικότητά σου και τις αντιλήψεις σου. Αυτή τη στιγμή όμως νιώθεις πολύ άσχημα και είσαι βαθιά ταραγμένη. Θα σου δώσω λοιπόν ένα ήπιο ηρεμιστικό που θα σε βοηθήσει να κοιμηθείς. Και αύριο, αν δεν έχεις αντίρρηση, θα ήθελα να ξανασυζητήσουμε το όλο θέμα σε ένα πιο ήρεμο περιβάλλον, στο ιατρείο μου ας πούμε, τι λες και εσύ;»
Συμφώνησα μαζί του σκυθρωπά. Κατάπια το κόκκινο χαπάκι που μου έδωσε και πήγα να ξαπλώσω αφήνοντας πίσω μου την πόρτα μισάνοιχτη έτσι ώστε να μπορώ ν’ ακούω αυτά που έλεγαν πίσω από την πλάτη μου.
Άκουσα λοιπόν τον Κώστα και τον Δημήτρη να συζητούν την περίπτωσή μου. Ήταν ολοφάνερο πως αυτός το τελευταίος πίστευε πως μου είχε λασκάρει κάποια βίδα αν και προτίμησε να χρησιμοποιήσει πιο ήπιες εκφράσεις όπως «ψυχωσικό επεισόδιο,» και «μετατραυματική υστερία.»
Καθώς το ηρεμιστικό άρχισε να ενεργεί, τα μάτια μου έκλεισαν και προτού με πάρει ο ύπνος αναρωτήθηκα πως και κανείς από αυτούς τους δύο δεν είχε εντυπωσιαστεί από το γεγονός πως πέντε τουλάχιστον λεπτά προτού ο άνθρωπος στο σούπερ μάρκετ πάθει το μοιραίο εγκεφαλικό επεισόδιο που τον σκότωσε, εγώ ήξερα πως επρόκειτο να πεθάνει και είχε προσπαθήσει να τον βοηθήσω.
Ακολούθησαν δύο εβδομάδες σχετικής ηρεμίας.
Άρχισα να παίρνω τα χάπια που μου έγραψε ο Δημήτρης και συμφώνησα να τον επισκέπτομαι δύο φορές την εβδομάδα στο ιατρείο του. Οι τρομερές οπτασίες έπαψαν να με ταράζουν με την παρουσία τους έτσι ώστε στο τέλος μισοπίστεψα πως πραγματικά είχα πέσει θύμα των παραισθήσεων του ταραγμένου μου μυαλού. Ο κόσμος γίνονταν και πάλι πολύχρωμος και ωραίος και η ζωή μου αποκτούσε μια ομορφιά που δεν είχε πριν καθώς ανακάλυπτα για πρώτη φορά τι σπουδαίο πράγμα είναι να είναι κανείς ζωντανός και να απολαμβάνει τις περιποιήσεις ενός αγαπημένου ανθρώπου, στη συγκεκριμένη περίπτωση του Κώστα. Ήταν λες και η δοκιμασία που είχε περάσει η σχέση μας να μας είχε δώσει νέα ζωή. Πήρα αναρρωτική άδεια από τη δουλειά μου και αρχίσαμε να περνάμε περισσότερο χρόνο μαζί, να οργανώνουμε μικρές εκδρομές τα σαββατοκύριακα, περιπάτους σε ρομαντικες ακρογιαλιές και νυχτερινές εξόδους.
Τώρα όμως ο λαμπερός κόσμος που είχε αρχίσει να υφαίνεται γύρω μου είχε θρυμματιστεί σαν σαπουνόφουσκα μπροστά στην παρουσία του καταχθόνιου όντος που ακολουθούσε τον Δημήτρη και την Τόνια.
Τα όντα αυτά υπήρχαν στ’ αλήθεια, δεν επρόκειτο για παραισθήσεις και ετοιμάζονταν να σκοτώσουν και πάλι. Η σκέψη αυτή μ΄έσφαζε σαν μαχαιριά.
– «Δεν είναι δυνατόν! Ο Δημήτρης ξέχασε το πορτοφόλι του! Κοίτα ρε φίλε αφηρημάδα αυτός ο άνθρωπος! Ίσως να τον προλάβω πριν φύγει με το αυτοκίνητό του!» Ο Κώστας άρπαξε το καφέ πορτοφόλι του Δημήτρη που κοίτονταν ξεχασμένο στο τραπέζι και σηκώθηκε όρθιος. Κινήθηκε τόσο γρήγορα που βυθισμένη καθώς ήμουν στις μελαγχολικές μου σκέψεις, κατάλαβα τι συνέβαινε μονάχα όταν εκείνος είχε βγει πλέον απ’ το εστιατόριο και διέσχιζε τρέχοντας τον βρεγμένο πεζόδρομο που γυάλιζε σαν υδράργυρος κάτω απ’ τα πολύχρωμα φώτα των γύρω καταστημάτων.
Τον είδα ν’ απομακρύνεται και να χάνεται μέσα στη νυχτερινή ομίχλη αστραπιαία, σαν να ήταν ένα βαρύδι που βυθίζονταν γοργά στα θολά νερά μιας βρώμικης λίμνης. Ένας τρελός φόβος με συντάραξε εκείνη τη στιγμή, μια ακλόνητη βεβαιότητα πως κάπου εκεί πέρα, στη σκοτεινή αγκαλιά της βροχής και του κρύου, τον παραμόνευε ένας θανάσιμος κίνδυνος
Ο σφυγμός μου άρχισε να χορεύει. Με δάχτυλα που έτρεμαν, ψαχούλεψα το εσωτερικό του πορτοφολιού μου από το οποίο κατάφερα τελικά να ανασύρω κάποια χαρτονομίσματα. Τα πέταξα στο τραπέζι, βγήκα απ’ το εστιατόριο και έτρεξα ξοπίσω του
Η πεζοδρομημένη πάροδος τελείωνε σ’ έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο που οριοθετούνταν από στενά πεζοδρόμια.
Σταμάτησα εκεί πέρα λαχανιασμένη καθώς ο ψυχρός αέρας της νύχτας γέμιζε τα πνευμόνια μου σαν παγωμένο κρασί. Ανακάλυψα πως ο Κώστας είχε επίσης κοντοσταθεί σ’ ένα σημείο πενήντα περίπου μέτρα μακρυά μου. Κουνούσε τα χέρια του και φώναζε δυνατά. Από την απέναντι μεριά του δρόμου ξεκινούσε μια άλλη μικρή πάροδος στο τέλος της οποίας ήταν παρκαρισμένο το αυτοκίνητο του Δημήτρη. Απ’ τις κινήσεις και τις φωνές του κατάλαβα πως ο Δημήτρης και η Τόνια δεν τον είχαν πάρει χαμπάρι.
Τη στιγμή που ο Κώστας άρχισε να διασχίζει το δρόμο για να τους πλησιάσει περισσότερο, ένα αυτοκίνητο που κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα εμφανίστηκε πίσω απ’ τη γωνιά μιας τρίτης παρόδου και όρμηξε προς το μέρος του. Εκείνος, χωρίς να έχει αντιληφθεί τον κίνδυνο που τον απειλούσε, συνέχισε να περπατάει βιαστικά στη μέση του δρόμου όταν ξαφνικά η κουκουλοφόρα οντότητα που προηγουμένως είχε ακολουθήσει την Τόνια και τον Δημήτρη έκανε την εμφάνισή της στο απέναντι πεζοδρόμιο. Τότε ήταν που κατάλαβα επιτέλους πως όλη αυτή την ώρα η καταχθόνια εκείνη παρουσία δεν παρακολουθούσε το Δημήτρη και την Τόνια αλλά τον Κώστα. Αυτός ήταν ο άνθρωπος που επρόκειτο να πεθάνει απόψε.
- «Όχι!» φώναξα, «Όχι αυτόν!» Μια απίστευτη έκρηξη οργής μ’ έκανε να χυμήξω προς το μέρος του και να καλύψω την απόσταση που μας χώριζε μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, σαν να ήμουν επαγγελματίας δρομέας. Ο χρόνος φάνηκε να παγώνει γύρω μου καθώς το αυτοκίνητο που ορμούσε καταπάνω μας σαν μια βολίδα από αστραφτερό γυαλί και μέταλλο, στρίγκλισε υστερικά προσπαθώντας να φρενάρει.
Και στο απέναντι πεζοδρόμιο, τόσο κοντά και τόσο μακρυά συνάμα, η μαυροντυμένη φρίκη μας παρακολουθούσε ακίνητη και απαθής, σαν άσπλαχνος δαίμονας που επέβλεπε κάποιο σκοτεινό βασανιστήριο.
Έπεσα πάνω στον Κώστα σαν χιονοστιβάδα και το βάρος μου, πολλαπλασιασμένο από την ταχύτητα που είχα αναπτύξει, τον τίναξε προς τα εμπρός, ένα κλάσμα του δευτερολέπτου προτού χτυπηθεί απ’ το φτερό του αυτοκινήτου.
Αμέσως μετά ένιωσα ένα βίαιο τίναγμα στα πλευρά μου, σαν να με είχε διαπεράσει κάποια πανίσχυρη ηλεκτρική εκκένωση. Κατάλαβα πως τινάχτηκα ψηλά στον αέρα και καθώς έπεφτα προς το έδαφος, αργά σαν να ήμουν φτιαγμένη από ανάλαφρο χαρτί, μια απλή σκέψη σχηματίστηκε με κρυστάλλινη καθαρότητα στο μυαλό μου: Το αυτοκίνητο δεν είχε χτυπήσει τον Κώστα αλλά εμένα.
Ο κόσμος στριφογύρισε τρελά και ένας ήχος που έμοιαζε με το μουγκρητό που βγάζουν τα αφρισμένα νερά ενός χείμαρρου με τύλιξε μέσα στις ορμητικές του δίνες.
Κάποια στιγμή άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα πέντε τρομαγμένα πρόσωπα που σχημάτιζαν κύκλο πάνω απ’ το κεφάλι μου. Όλα έγιναν ξαφνικά πολύ ήσυχα και ακίνητα. Ανακάλυψα πως δεν ένιωθε πια το κορμί μου.
Πέρα από τον κύκλο των προσώπων υπήρχε και κάτι άλλο που μόνο εγώ μπορούσα να δω: Ήταν η ομάδα των κουκουλοφόρων πλασμάτων που είχα πρωτοδεί στο χειρουργείο. Στέκονταν γύρω μου περιμένοντας. Αλλά δεν τις φοβόμουν πια.
Το βλέμμα μου εστιάστηκε στο πρόσωπο του Κώστα ο οποίος έσκυβε από πάνω μου και μου κρατούσε τα χέρια. Φαίνονταν καλά. Το γεγονός αυτό μ’ έκανε να νιώσω μια πρωτόγνωρη αίσθηση ανακούφισης. Ήταν τόσο έντονη που παραλίγο να χαμογελάσω.
Εκείνη τη στιγμή οι μαυροφορεμένες φιγούρες απομάκρυναν τις κουκούλες απ’ τα κεφάλια τους και για πρώτη φορά αντίκρισα τα πρόσωπά τους.
Ήταν πρόσωπα γυναικεία, πλαισιωμένα με μακρυά μαλλιά που ήταν μαύρα σαν τη νύχτα. Το δέρμα τους ήταν κατάλευκο, τα ζυγωματικά τους μυτερά, οι μύτες τους λεπτές ενώ τα μικρά πηγούνια τους διαγράφονταν κάτω από στενά και λεπτά χείλη.
Είχαν μάτια πελώρια, χωρίς ασπράδι που μέσα τους βασίλευε ένα απύθμενο και απόλυτο σκοτάδι.
Οι γυναίκες, που εξακολουθούσαν να με κοιτάζουν ακίνητες σαν μικρόσωμα αγάλματα, χαμογέλασαν ξαφνικά και τα μάτια τους, που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζαν με μικρές πύλες που οδηγούσαν στο εβένινο κενό ενός παράλληλου σύμπαντος, πλημμύρισαν από την ασημένια μαρμαρυγή μιας καλοκαιρινής αστροφεγγιάς.
Στη συνέχεια ξαναφόρεσαν τις κουκούλες τους και απομακρύνθηκαν από κοντά μου περπατώντας σιωπηλές και ανάλαφρες σαν νυχτοπεταλούδες.
Έκλεισα τα μάτια μου νιώθωντας για πρώτη φορά, ύστερα από πάρα πολύ καιρό, ευτυχισμένη και γαλήνια.
- «Θα γίνει καλά;» άκουσα τον Κώστα να ρωτάει το Δημήτρη με φωνή που έτρεμε από την αγωνία.
Χαμογέλασα στο σκοτάδι. Ήδη γνώριζα την απάντηση.

__________________________________



    τα έχεις διαβάσει;

Βιβλία Fantasy

Διαβάσαμε & Κρίνουμε
Fantasy Archive

Μουσική Φαντασίας

Ακούσαμε & Προτείνουμε
Fantasy Archive

Visual Art - Ζωγραφική

Είδαμε & Παρουσιάζουμε
Fantasy Archive

Comics - Graphic Novels

Εικόνες & Κείμενα Φαντασίας
Fantasy Archive

Ταινίες & Σειρές Φαντασίας

Εντυπώσεις και Συναισθήματα
Fantasy Archive

Video Games

Η F Γωνιά των Gamers
Fantasy Archive